Άγνωστες πτυχές της λίμνης Περαχώρα

Άγνωστες πτυχές της λίμνης Περαχώρας

Κείμενα   Ευστάθιος Χιώτης

Φωτογραφία Βασίλης Λαππας 

Η χερσόνησος της Περαχώρας, με τη λίμνη της και το Ηραίο, σε μαγεύουν  με την φυσική καλλονή και την πανάρχαια ιστορία. Ταυτόχρονα, για όσους είναι ευαίσθητοι δέκτες, ο τόπος, χωρίς αμφιβολία διαχέει κάτι μαγικό. Εννοώ απλά ότι εδώ, απέναντι από τις Αλκυονίδες νήσους, τα φυσικά φαινόμενα εξελίσσονται με «υπερφυσικούς» ρυθμούς. Τα βράχια κάτω από τα πόδια σου δονούνται μελωδικά, αλλά όταν πλησιάζει το κρεσέντο, η αποκορύφωση συνοδεύεται από σεισμούς, όπως αυτός που χτύπησε την Αθήνα το 1981.

Πετρώματα που σχηματίσθηκαν στο βυθό της θάλασσας πριν αρκετές δεκάδες χιλιάδες χρόνια σχηματίζουν σήμερα λόφους, σε υψόμετρο εκατό μέτρων και μεγαλύτερο. Στο πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν, η χέρσος ανυψώνεται με ρυθμό που φθάνει κατά περιόδους μερικά χιλιοστά, ακόμη και ένα εκατοστό το χρόνο, ρυθμό εξαιρετικά υψηλό για τα γεωλογικά δεδομένα.

Δικαιολογημένα λοιπόν η περιοχή μπορεί να θεωρηθεί ως μοναδικό γεωλογικό εργαστήριο που προσφέρεται για σεισμοτεκτονικές και παλαιοκλιματικές  μελέτες. Το δεύτερο ισχύει γιατί τα απολιθώματα παραπέμπουν σε θερμή κλιματική περίοδο, την οποία διαδέχθηκε το «μέγιστο παγετώδες», η εποχή των παγετώνων που κορυφώθηκε πριν είκοσι χιλιάδες χρόνια.

Γκραβούρα από τις ανασκαφές του Σλήμαν στις ΜυκήνεςΣτη Περαχώρα οδηγήθηκα αναζητώντας απολιθώματα πριν δέκα χρόνια περίπου. Συμμετείχα  σε ερευνητικό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Γεωλογίας με συντονιστή τον Διευθυντή Γεωλογίας Δρα. Παναγιώτη Τσόμπο και άμεσο συνεργάτη τον Γεωλόγο Δρα. Άδωνι Φωτιάδη. Η συνεργασία μας αυτή, ευχάριστη και δημιουργική, εξελίχθηκε σε φιλική σχέση που επισφράγισε την καριέρα μου στο ΙΓΜΕ.

Το έναυσμα για τη μελέτη ήταν το ενδιαφέρον της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για την συμπλήρωση των πλακών από κογχυλιάτη λίθο του περιβόλου  του Ταφικού Κύκλου Α΄ των Μυκηνών. Αντικείμενο λοιπόν της Ερευνητικής Ομάδας του Ινστιτούτου Γεωλογίας ήταν να βρεθεί το ίδιο πέτρωμα, με τα ίδια απολιθώματα.

Αναπαράσταση του Ταφικού Κύκλου Α΄Στο εσωτερικό του Ταφικού Κύκλου Α΄ ο Σλήμαν ανέσκαψε το 1876 τους πλούσιους βασιλικούς τάφους με τα χρυσά κτερίσματα που επιβεβαίωσαν τη φήμη των «πολύχρυσων Μυκηνών». Ανάμεσά τους και η χρυσή προσωπίδα την οποία  ο Σλήμαν έσπευσε να αποδώσει στον Αγαμέμνονα. Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι τα βασιλικά γένη των πλούσιων αυτών τάφων είναι προγενέστερα του Αγαμέμνονα κατά μερικούς αιώνες και ότι ανάγονται στον δέκατο έκτο αιώνα π.Χ.

 

Ο λίθινος περίβολος, που  καθοδήγησε τον Σλήμαν να επιλέξει τη θέση των ανασκαφών του, κατασκευάστηκε από τους Ατρείδες περί το 1250 π.Χ. για να τιμήσουν τους μακρινούς προγόνους τους.  Αποτελείται από κατακόρυφες πλάκες (θωράκια) που σχημάτιζαν δύο ομόκεντρους κύκλους και καλύπτονταν στη κορυφή τους από οριζόντιες καλυπτήριες πλάκες.
Απολιθώματα του κογχυλιάτη λίθου των θωρακίωνΟι έρευνές μας, με μοναδικό οδηγό τα απολιθώματα των αρχαίων πλακών,  ξεκίνησαν από τις Μυκήνες και την παράκτια περιοχή του Ναυπλίου και επεκτάθηκαν μέχρι την Κόρινθο, χωρίς αποτέλεσμα. Στο Λουτράκι βρέθηκαν παρόμοια πετρώματα, αλλά σε μικρές εμφανίσεις και τελικά ανακαλύψαμε τα ίδια τα αρχαία λατομεία κοντά στη λίμνη Περαχώρας, στο δρόμο προς το Σκάλωμα, μετά την πύλη κατασκηνώσεων Τραπέζης.

Η τύχη ήταν με το μέρος μας, γιατί η περιοχή είχε καεί πρόσφατα και έτσι μπορέσαμε να διακρίνουμε τις ορθογώνιες τομές λατόμευσης. Πριν δύο βδομάδες δυσκολεύτηκα πολύ να  ξαναβρώ τη θέση, γιατί είχε καλυφθεί από πυκνά πεύκα που εμπόδιζαν  όχι μόνο την παρατήρηση, αλλά και τη διέλευση.

Το απολιθωματοφόρο πέτρωμα εξορυσσόταν σχετικά εύκολα με τα μπρούντζινα μυκηναϊκά εργαλεία, πελεκώντας περιφερειακά αυλάκια που οριοθετούσαν τις πλάκες. Κατόπιν, η  αποκόλληση των πλακών από το βράχο γινόταν με σφήνες.

Το πέτρωμα είχε αποτεθεί επάνω σε «σκληρό» υφαλογενή ασβεστόλιθο που δύσκολα εξορυσσόταν με τα μπρούτζινα εργαλεία. Το επιχείρησαν οι Μυκηναίοι σε μια περίπτωση, αλλά δεν τα κατάφεραν και εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Μετά από αιώνες και με σιδερένια εργαλεία το δύσκολο αυτό πέτρωμα εξορύχθηκε συστηματικά και χρησιμοποιήθηκε στο Ηραίο.

Όστρεα στο Μουσείο των Μυκηνών. Τα μεγαλύτερα είναι Spondylus GaederopusΤο πιο χαρακτηριστικό απολίθωμα των μυκηναϊκών θωρακίων ονομάζεται  Spondylus Gaederopus και βρέθηκε σε μια δεύτερη θέση αρχαίας λατόμευσης, στη συνέχεια του δρόμου προς Σκάλωμα.

Απολιθώματα Spondylus Gaederopus στη δεύτερη θέση αρχαίας λατόμευσης στο Σκάλωμα Περαχώρας

Το θαλάσσιο όστρεο υπάρχει και σήμερα στη Μεσόγειο και μάλιστα ήταν περιζήτητο κατά την Νεολιθική εποχή για την κατασκευή κοσμημάτων.

Η ανασκαφική έρευνα έχει εντοπίσει βραχιόλια ή άλλα κοσμήματα από αυτό, κυρίως σε Νεολιθικές ταφές από τη Μεσόγειο μέχρι τα Βαλκάνια, την κεντρική Ευρώπη και τη Βαλτική. Πιστεύεται ότι το όστρεο είχε κάποια συμβολική ή θρησκευτική σημασία και ότι η διάδοσή του στην ηπειρωτική Ευρώπη γινόταν μέσω ποτάμιων οδών που χρησιμοποιούνταν μάλιστα με αντίστροφη κατεύθυνση από τη Βαλτική για να φθάσει στα νότια το ήλεκτρο (κεχλιμπάρι).

Είναι αξιοσημείωτο ότι όστρεα από Spondylus Gaederopus εκτίθενται επίσης στο Μουσείο των Μυκηνών, προερχόμενα από ταφικά δείπνα, τα υπολείμματα των οποίων συνήθιζαν οι Μυκηναίοι να αποθέτουν στο χώμα που κάλυπτε τις βασιλικές ταφές.

Υπήρχε άραγε και στους Μυκηναίους κάποια συμβολική ή θρησκευτική σημασία; Το ερώτημα είναι εύλογο, αλλά δύσκολα μπορεί να απαντηθεί τεκμηριωμένα. Και η απορία γίνεται περισσότερο επίμονη από το γεγονός ότι  συνεχίζοντας τη διαδρομή μας προς την θάλασσα και πριν φθάσουμε στην ακτή περνάμε εμπρός από Μυκηναϊκούς τάφους, για τους οποίους δυστυχώς δεν υπάρχει καμία προστασία.

Είναι άραγε τυχαίο ότι οι Μυκηναϊκοί τάφοι  στο Σκάλωμα ορύχθηκαν επίσης μέσα σε πετρώματα πλούσια σε θαλάσσια απολιθώματα;

Δρ. Ευστάθιος Χιώτης

Μηχανικός Μεταλλείων-Μεταλλουργός στο Ε.Μ.Π. (1961-1966). Υπηρέτησε στο Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών και τη Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίων, επί μακρόν σε διευθυντικές θέσεις. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Imperial College στην έρευνα ορυκτών πόρων (1974-5) και στη μηχανική πετρελαίων (1975-1976). Εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Ε.Μ.Π. (1990) με θέμα τη «θερμομηχανική συμπεριφορά της λιθοσφαίρας στο Αιγαίο». Έχει δημοσιεύσει περί τις σαράντα εργασίες, πολλές από τις οποίες σε αντικείμενα αρχαιομετρίας και ιδιαίτερα σε θέματα αρχαίων λατομείων και υδραγωγείων.