Η Πατρίς Αγνωμονούσα

«Η Πατρίς Αγνωμονούσα»

Πώς το νεοσύστατο ελληνικό κράτος γύρισε την πλάτη στους αγωνιστές και στις αγωνίστριες του 1821

 

«Εμείς ελευθερώσαμε την πατρίδα, εσύ κυβέρνησε την»,

είχε πει ο Κολοκοτρώνης στον Όθωνα. Οι πολιτικές όμως κόντρες της εποχής και τα πάθη ήταν τόσο έντονα που μερικοί από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821 κατέληξαν να αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι, αν όχι ως εχθροί του νεοσύστατου νεοελληνικού κράτους.

 Ο βασιλιάς Όθωνας, ο Κωλέττης και ο Μαυροκορδάτος έπαιξαν κομβικό ρόλο στο πως αντιμετωπίστηκαν κορυφαίες προσωπικότητες της Ελληνικής Επανάστασης, των οποίων το τέλος της ζωής τους μόνο ανάλογο της προσφοράς τους δεν ήταν. Το φρικτό τέλος των περισσότερων αγωνιστών δείχνει πως η πατρίς στην περίπτωση τους δεν ήταν ευγνωμονούσα, αλλά αγνωμονούσα.

ΕπιμέλειαΔημήτρης Η. Λούκας 

Καθηγητής, Πολιτειολόγος-Κοινωνιολόγος-Οικονομολόγος, Πρόεδρος της Ένωσης Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού Ελλάδος (Ε.Δ.Σ.Τ.Ε.)

 

Η ανδρεία δεν είναι μόνο γένους αρσενικού. Στην Ελλάδα, την ώρα της ανάγκης –και όχι μόνο– η ανδρεία γίνεται και γυναικείο προσόν. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Στην Επανάσταση του 1821 εμφανίστηκαν στο προσκήνιο γυναίκες που το έλεγε πραγματικά η καρδιά τους. Ατρόμητες και ικανές, δεν άφησαν τη γυναικεία τους φύση να βάλει όρια και φραγμούς στη δίκαιη απαίτησή τους για ελευθερία και αυτονομία. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα φιλόπατρις μπορεί άνετα να κάνει την υπέρβαση και να ξεδιπλώσει τις στρατηγικές της ικανότητες, αρκεί να μην συμβιβαστεί με τον φόβο.

 

Ανάμεσα στους άντρες μαχητές, καπετάνισσες έπαιρναν μέρος σε στρατιω-τικά συμβούλια, χειρίζονταν τα όπλα με δεξιοτεχνία (καταπλήσσοντας τους πάντες), αρματώνονταν και πολεμούσαν με λύσσα πριν καλά-καλά στεγνώσει το δάκρυ τους για τον χαμό των παιδιών τους.

 

Ας θυμηθούμε κάποιους και κάποιες από αυτούς τους ήρωες του 1821…. κι ας ξεκινήσουμε από τον Νικηταρά.

 

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ:

 Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ήταν ένα από τα πρόσωπα που δήλωναν πάντα παρών στις μεγάλες μάχες. Στο Βαλτέτσι, στην Αράχωβα, στα Δολιανά, στο Μεσολόγγι και φυσικά στα Δερβενάκια. Εκεί όπου έσπασε τρία σπαθιά από την ορμή με την οποία πολεμούσε.

Ανιψιός του Κολοκοτρώνη και πολύ πιστός του δεν είδε εξ αρχής με θετικό μάτι τον Όθωνα, ενώ είχε στηρίξει τον Ιωάννη Καποδίστρια. Το παλάτι το γνώριζε και το 1839 συλλαμβάνεται για συνωμοσία κατά του Όθωνα, καθώς συμμετείχε σε παράνομες οργανώσεις που φημολογείτο ότι είχαν στόχο την σύλληψη του Όθωνα.

Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι σε συνθήκες άθλιες. Ελλιπής σίτιση, ξυλοδαρμοί και απομόνωση ήταν μόνο μερικά από όσα πέρασε ο Νικηταράς. Το 1840 δικάστηκε στην Πύλο, κρίθηκε αθώος και αφέθηκε ελεύθερος. Οι Βαυαροί όμως του επιφύλασσαν και άλλους διωγμούς. Δεν δέχτηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου και με υπογραφή του Όθωνα φυλακίστηκε στην Αίγινα. Ο Νικηταράς είχε ζαχαρώδη διαβήτη, δεν το γνώριζε και άρχισε να χάνει και το φως του. Μία φορά μόνο τον είδε ο Βαυαρός γιατρός και γνωμάτευσε ότι δεν έχει τίποτα αφήνοντας τον στην μοίρα του μέχρι την τελική τύφλωση.

 

Στην δίκη που έγινε στις 18 Σεπτέμβρη 1841, δόθηκε εντολή να προσαχθεί καθιστός. Πήρε αμνηστία και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Η κόρη του όταν τον είδε υπέστη ψυχολογικό σοκ . Ο αγωνιστής ήταν πλέον ένας γέρος και εντελώς τυφλός από τον διαβήτη. Πηγαίνει μετά στο Άργος να μείνει, όπου είχε ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο.

Παρ᾽όλα αυτά, η φτώχεια και η τύφλωσή του τον οδήγησαν τελικά στην επαιτεία. Με εντολή της αρχής που όριζε τα πόστα επαιτείας στον Πειραιά, του όρισαν μια θέση κοντά στην σημερινή εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπαν να στέκεται εκεί κάθε Παρασκευή.

Στις 25 του Σεπτέμβρη του 1849,  ένας από τους γενναιότερους των Ελλήνων πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος. Η τελευταία επιθυμία του ήταν να  ταφεί δίπλα στον Κολοκοτρώνη.

Ένα περιστατικό ωστόσο που δείχνει το ήθος και την φιλοπατρία του Νικηταρά είναι το γεγονός πως όταν ένας απεσταλμένος των Μεγάλων Δυνάμεων πήγε και είδε τον Νικηταρά να ζητιανεύει έξω από την Ευαγγελίστρια τον ρώτησε «τι κάνεις εδώ Στρατηγέ». Ο Νικηταράς αντιλήφθηκε πως τον γνώριζε και υπερήφανος καθώς ήταν, μάζεψε το χέρι και του απάντησε: «απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα μου».

Ο Νικηταράς άφησε Απομνημονεύματα, τα οποία κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης και εξέδωσε ο Ν. Βέης, του 1930.

Τον Απρίλιο του 1822, ο Άρειος Πάγος από την Εύβοια γράφει επιστολή στον Νικηταρά και με υποκρισία και κολακεία προσπαθεί να τον πείσει να εγκαταλείψει τον Ανδρούτσο, να τον παραμερίσει και να αναλάβει αυτός «την επιστασίαν των στρατευμάτων». Ο Νικηταράς απαντά:

«… Η απάντηση του Νικηταρά είναι άμεση και αποστομωτική, με στερεά επιχειρήματα, με απόδοση ευθύνης στον Άρειο Πάγο για όσα έγιναν και με κύριο συμπέρασμά του πως η ανάμειξη των πολιτικών στα στρατιωτικά δεδομένα της Επανάστασης θα είναι οπωσδήποτε καταστροφική για την πορεία του Αγώνα. Είναι μια αντάξια της φήμης του ως αγνού πατριώτη απάντηση και ως ανθρώπου, που σέβεται την αλήθεια και την πραγματική φιλία το ίδιο. Τους γράφει:

 Σεβασμιώτατοι άρχοντες Αρεοπαγίται!

 Εδιάβασα το γράμμα σας και είδα τα όσα με γράφετε, ενώ το γένος μου το τιμώ και το αγαπώ και διά την ελευθερίαν του καθ’ημέραν θυσιάζομαι, τιμώ και σέβομαι και τον Άρειον Πάγον και κάθε καλήν διοίκησιν του έθνους μου, λέγω όμως την αλήθειαν, ως ελεύθερος Έλληνας και καλός πατριώτης. Ο Άρειος Πάγος δεν εφέρθη καθώς έπρεπεν εις τας περιστάσεις μας. Πρώτον δεν έπρεπε να δίδη πολεμικάς προσταγάς, ωσάν να ήταν διωρισμένος στρατηγός επάνω μας, ημείς όπου επολεμούσαμεν, όπου εβλέπομεν τας δυνάμεις των εχθρών και την κατάστασιν του στρατεύματός μας, εκρίναμεν εύλογον να το τραβήξωμεν διά να μη χαθή. Ο Άρειος Πάγος δεν έπρεπε να εναντιωθή εις τούτο και να προξενήση τόσην ταραχήν και παράπονο, αν το τράβηγμα του στρατεύματος έγινε κακό, την κρίσιν δεν έπρεπε να την κάμνη ο Άρειος Πάγος, αλλά η διοίκησις του έθνους. Ημπορούσε να διορίση άλλους στρατηγούς να εξετάσωσι, και να κρίνωσι το πράγμα. Η δουλειά του Αρείου Πάγου ήταν και είναι, όσον αφορά τα πολεμικά, να προνοή τας ζωοτροφίας και τα εφόδια. Δεύτερον όταν ο Οδυσσεύς έστειλε την παραίτησίν του, ο Άρειος Πάγος έπρεπε να δείξη πολιτικόν και να στοχασθή τας περιστάσεις και να ειρηνεύση το πράγμα, αν είχε και άδικον ο Οδυσσεύς, και όχι να αρπάξη την παραίτησίν του και να τον θεατρίζη εις τον κόσμον, ωσάν ένοχον. Εγώ εδούλευσα και εις τας Ευρωπαϊκάς Διοικήσεις, πουθενά όμως δεν είδα ν’ανακατώνονται εις τα πολεμικά με τέτοιον τρόπο οι πολιτικοί, και να καταδικάζουν έτσι τους αξιωματικούς, πλην περισσότερο δεν έπρεπε να φερθήτε η ευγένειά σας έτσι εις τας παρούσας περιστάσεις του γένους, όπου χρειάζεται εσωτερικήν ειρήνην και όχι φατρίας και ταραχάς. Ηξεύρω, ότι το στράτευμα είναι του γένους, η οδηγία όμως του στρατεύματος είναι του Αρχηγού, και όταν μένη χωρίς αρχηγόν, σκορπίζει, καθώς ένα καράβι, όταν μένη χωρίς καραβοκύρην, τζακίζεται και πνίγεται. Το πλέον λυπηρόν, άρχοντες, είναι όπου αντί τώρα καν να ζητήτε ως φρόνιμοι διόρθωσιν του κακού, εσείς ζητείτε να το γαγγραινάρετε. Εγώ αν έχω γενναία φρονήματα, και ως φίλος και ως φιλογενής, και αν έχω καμμίαν υπόληψιν εις το έθνος μου, αφήσατέ με παρακαλώ να φυλάττω τα γενναία μου φρονήματα και της φιλίας και της φιλογενείας και να χαίρωμαι την μικράν ταύτην υπόληψιν, μένω δε μ’ όλον το ανήκον σέβας.

 Ωφέλιμο τα μέγιστα, θα ήταν, για την ασπαίρουσα χώρα Ελλάδα μας, εάν η ελλειμματική σε εντιμότητα και πατριωτισμό ηγέτες μας διάβαζαν αυτά τα γεμάτα αντρειωσύνη και εντιμότατα λόγια του πιο έντιμου και υπερήφανου αυτού παλληκαριού του’21, Νικήτα Σταματελόπουλου!

 Φευ-αλλοίμονο! Αυτός ο τύπος ανθρώπινου ηγέτη εξαφανίστηκε προ ετών! Οι Θεοί σώζουν την Ελλάδα! Ταγοί δεν υπάρχουν».

 

ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ:

 Δυναμική και ανεξάρτητη καπετάνισσα, υπήρξε «η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821». Όλη η Ευρώπη έμεινε έκπληκτη από την πολεμική της δράση και την αφοσίωσή της στην πατρίδα. Δίκαια ονομάστηκε θηλυκός Κολοκοτρώνης (λένε ότι δεν άφηνε ποτέ το σπαθί από τα χέρια της).

 

Η Λασκαρίνα παντρεύτηκε δύο φορές, αλλά και οι δύο άντρες της σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με πειρατές αφήνοντάς την χήρα με επτά παιδιά και κληρονόμο μιας μεγάλης περιουσίας. Προσέφερε όλα τα χρήματά της και τα καράβια της στον Αγώνα, ενώ έπαιρνε μέρος σε μάχες και η ίδια.

Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων γράφει για την τόλμη και τη γενναιότητά της: «…ενώπιον αυτής ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρη».

Η Μπουμπουλίνα ήταν η μόνη γυναίκα που μυήθηκε στη Φιλική Εται-ρεία στον χαμηλότερο βαθμό μύησης, καθότι οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές από τους Φιλικούς. Συμμετείχε ως ισάξια με τους άλλους οπλαρχηγούς στα πολεμικά συμβούλια και τις αποφάσεις και της απονεμήθηκε ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς». Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τον θάνατό της οι Ρώσοι της απένειμαν και τον τίτλο της Ναυάρχου, έναν τίτλο με παγκόσμια μέχρι σήμερα μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.

Διωγμένη από την κυβέρνηση του Κουντουριώτη η Μπουμπουλίνα το 1825 ζούσε στις Σπέτσες, έχοντας ξοδέψει όλη την –μεγάλη– περιουσία της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1825, ο Αιγύπτιος ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκοαιγυπτιακό στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες, σε μια τελευταία προσπάθεια να σταματήσει την επανάσταση. Η Μπουμπουλίνα ξανά μπαίνει στην πρώτη γραμμή, χωρίς να το σκεφτεί και παρά το γεγονός ότι η σχέση της με τους πολιτικούς ήταν τεταμένη και η ίδια πολύ πικραμένη.

Το τέλος της όμως θα είναι τελείως άδοξο λίγο μετά, στις 22 Μαΐου του 1825. Ο μικρότερος γιος της από τον πρώτο της γάμο, ερωτεύεται την κόρη της πολύ πλούσιας οικογένειας των Κουτσαίων στις Σπέτσες, μία πάρα πολύ πλούσια οικογένεια και πρόκριτοι των Σπετσών, οι οποίοι όμως δεν ήθελαν τον γάμο καθώς η Μπουμπουλίνα δεν ήταν πλέον οικονομικά δυνατή. Οι δύο νέοι όμως κλέβονται και πηγαίνουν στο σπίτι του πρώτου άντρα της Μπουμπουλίνας, του Δημητρίου Γιάννουζα.

Η Μπουμπουλίνα μαθαίνει το γεγονός και πάει και αυτή στο σπίτι να δει τι γίνεται. Λίγο αργότερα καταφθάνουν και οι Κουτσαίοι πολύ εξαγριωμένοι με την απαγωγή, την οποία θεώρησαν μεγάλη προσβολή, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του Γιάννουζα. Αιτία μια λογομαχία της με άτομα της οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση Ευγενίας από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας ήταν αρκετά για να οπλίσουν το χέρι του (αγνώστου λόγω σκότους) δολοφόνου.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ:

 Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ήταν γιος ενός από τους πρώτους αρματολούς που οι Τούρκοι έτρεμαν στο άκουσμα του ονόματός του. Ο Οδυσσέας, γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1790, γι’ αυτό και του έδωσαν το όνομα του αρχαίου βασιλιά του νησιού, του πανούργου Οδυσσέα, το γιο του Λαέρτη. Τον πατέρα του, ύστερα από προδοσία των Βενετσιάνων, τον σκότωσαν οι Τούρκοι. Έτσι, από μικρός ο Οδυσσέας ορφάνεψε. Τότε τον πήρε κοντά του ο Αλή Πασάς, ο Τύραννος της Ηπείρου, που ήτανε φίλος του πατέρα του.

 

Ο Οδυσσέας ξεχώριζε από τους άλλους «φίλους» του Αλή Πασά, που τον πήρε στην σωματοφυλακή του. Έτσι ο Οδυσσέας, μπολιάστηκε όλα τα ελαττώματα του μεγάλου αφέντη του, δηλαδή στην σκληρότητα, την αγάπη του στο χρήμα και την διαρκή τάση του για καυγά. Γρήγορα, τσακώθηκε με τους άλλους «φίλους» και παλληκαράδες. Τον πιάσανε και τον βάλανε φυλακή. Τότε ο Αλή Πασάς, για να γλυτώσει από αυτόν, τον έστειλε καπετά-νιο με ένα απόσπασμα, για να δείξει, πρώτα την παλληκαριά του και δεύτερον, να πιάσει τους κλέφτες και τους αρματωλούς, που άρχιζαν να παρουσιάζονται στα βουνά της Ρούμελης.

Ο Οδυσσέας βρέθηκε σε μεγάλο δίλημμα. Από τη μια μεριά το αίσθημα της πατρίδας του και από την άλλη το ατομικό του συμφέρον και ο εγωϊσμός, που είχε γίνει καπετάνιος. Αλλά την εποχή εκείνη, κλέφτες απλοί, δεν ήτανε μόνο οι Έλληνες μα και οι Τούρκοι, που έκλεβαν τα γιδοπρόβατα ή έκαναν μικροληστείες. Γι’ αυτό αποφάσισε να πάει στη Ρούμελη.

Όταν όμως ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση και ο Οδυσσέας εξακολουθούσε να υπηρετεί τον Αλή Πασά και τα συμφέροντα των Τούρκων, πολλοί τον είπαν προδότη. Μα γρήγορα συνήλθε. Έγραψε στους Γαλαξιδιώτες να προ-σχωρήσουν στην Επανάσταση και αυτός συναντήθηκε με τους οπλαρχηγούς Δυοβουνιώτη Πανουργιά και τον Διάκο και μαζί έφτιαξαν το σχέδιο, για να χτυπήσουν το στρατό που έστελνε η Υψηλή Πύλη, για να πνίξουν την Επανά-σταση.

Στη Γέφυρα της Αλαμάνας, ο Διάκος χτυπιέται με τον Ομέρ Βρυώνη, πιάνεται ζωντανός και σουβλίζεται. Ο Οδυσσέας κρατάει το Χάνι της Γραβιάς, μαζί με 120 παλληκάρια. Εκεί δώσανε μια από τις πιο μεγάλες μάχες. Ο Ομέρ Βρυώ-νης, δεν μπορεί να καταλάβει το Χάνι. Έχει κάπου 350 σκοτωμένους Τουρκαλ-βανούς, τα γιουρούσια του αποκρούονται. Τότε, αποφασίζει να φέρει κανόνι από τη Λαμία και να γκρεμίσει το Χάνι. Ο Οδυσσέας, τη νύχτα, πήρε τα παλληκάρια του και περνώντας ανάμεσα από το τουρκικό στρατόπεδο, έφυγε.

Το 1822, η πρώτη Εθνική Συνέλευση διορίζει τον Ανδρούτσο «Αρχιστράτηγο» όλης της Ανατολικής Ελλάδος και του δίνεται διαταγή να χτυπήσει τους Τούρκους στη Λαμία. Ο Ανδρούτσος κατάλαβε ότι μια σύγκρουση με τους Τούρκους στην περιοχή αυτή, θα ήταν σε βάρος της Επανάστασης, μα η δια-ταγή ήταν διαταγή. Στη μάχη αυτή, ο Ανδρούτσος αναγκάστηκε να υποχωρή-σει. Οι πολιτικοί τον χαρακτήρισαν προδότη και άνανδρο. Όταν το έμαθε αυτό ο Οδυσσέας, παραιτήθηκε.

Εκείνη την εποχή στην κυβέρνηση ήτανε ο πιο αμφιλεγόμενος πολιτικός που πέρασε από την Ελλάδα. Ο Ιωάννης Κωλέτης, ο οποίος υπήρξε παλιά «φίλος» και γαμπρός του Αλή Πασά, αλλά που όμως, υπήρξε και προσωπικός εχθρός του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Ο Κωλέτης, ύστερα από την παραίτηση του Οδυσσέα Ανδρούτσου από «Αρχι-στράτηγος», έστειλε τον Παλάσκα και τον Νούτσο, να «παραλάβουν» τα παλληκάρια του. Το βράδυ όμως, φώναξε ο Ανδρούτσος τα παλληκάρια του και τους είπε:

  • Αυτοί ήρθαν να με σκοτώσουν και εσάς να σας δώσουν σε άλλο αρχηγό. Θέλετε να γίνει αυτό;
  • Όχι, είπαν όλοι μαζί.

Έτσι, σκότωσαν τον Παλάσκα και τον Νούτσο, καθώς κοιμόντουσαν. Η κυβέρ-νηση τον έπαψε από Αρχιστράτηγο και τον επικήρυξε με 5.000 γρόσια. Ο Ανδρούτσος κρύφτηκε σε μια σπηλιά, την «Μαύρη τρύπα».

Ο Δράμαλης είχε νικήσει σε πολλές μάχες τους Έλληνες και βάδιζε για την Πελοπόννησο, το Μωριά, όπως τη λένε. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή της Επανά-στασης, η κυβέρνηση ανακαλεί την απόφασή της για την επικήρυξη και καλεί τον Οδυσσέα να βοηθήσει το στρατό. Ο Ανδρούτσος, μαζεύει και πάλι μερικούς Ρουμελιώτες και χτυπάει τον Ιμπραήμ Πασά, που κατεβαίνει για να βοηθήσει τον Δράμαλη. Έτσι, ο Δράμαλης, χωρίς εφόδια και βοήθεια, έπαθε στα Δερβενάκια από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, την καταστροφή.

Με 150 παλληκάρια, ο Ανδρούτσος μπαίνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει να οχυρώσει την Ακρόπολη και αφού άφησε για φρούραρχο το πρωτοπαλλήκα-ρό του, τον Γκούρα, αυτός έφυγε για να κτυπήσει τον Ρέϋντ Πασά, που πολιορκούσε το Μεσολόγγι. Ο Οδυσσέας, για να ανακουφίσει τους πολιορκη-μένους, συμφωνεί με τον Ρέϋντ Πασά, να γίνει μια ανακωχή. Την πράξη του αυτή, οι πολιτικοί του εχθροί την θεώρησαν προδοσία. Η κυβέρνηση του Κωλέτη, είχε πάρει δάνειο από την Αγγλία και με τα λεφτά αυτά εξαγόρασε τους πιο πολλούς Ρουμελιώτες καπεταναίους.

Στέλνει τον Γκούρα, με αρκετούς άντρες, να πάνε να πιάσουν τον Οδυσσέα και εν ανάγκη να χτυπηθούν μαζί του, αν φέρει αντίσταση. Ο Ανδρούτσος παραδόθηκε χωρίς καμιά αντίσταση, γιατί πίστευε στο παλιό πρωτοπαλλήκα-ρό του, τον Γκούρα και δεύτερον, ήθελε να δώσει λόγο στην δικαιοσύνη για ό,τι έκανε. Μα ο Γκούρας δεν ήταν πια ο παλιός φίλος και πρωτοπαλλήκαρό του. Ήταν ο Γκούρας, ο προσωπικός του εχθρός και φίλος του χρήματος. Και τα βάσανα άρχισαν. Ο Γκούρας τον έδεσε με αλυσίδες, τον γύριζε από σπηλιά σε σπηλιά, νηστικό, διψασμένο και όλο τον ρώταγε.

Που έχεις τους θησαυρούς ρε Οδυσσέα; Και θα σ’αφήσω να φύγεις.

Σώπα, ρε Γκούρα, πουλημένε, για λίγα γρόσια ξέχασες τη φιλία μας; απαντούσε ο Οδυσσέας. Για ποιο θησαυρό μιλάς μωρέ;

Όταν το έμαθε ο Καραϊσκάκης, πήρε τα παλληκάρια του και τράβηξαν για τον Όσιο Λουκά, που εκεί είχαν κρυμμένο τον Ανδρούτσο. Ο Γκούρας όμως, τον μετέφερε στην Αθήνα και τον φυλάκισε στην Ακρόπολη, πετώντας τον σε ένα σκοτεινό κελί. Εκεί, στο ίδιο μέρος, που πριν λίγα χρόνια τον είχαν δεχθεί σαν απελευθερωτή και οι Αθηναίοι του είχαν προσφέρει το «χρυσό σπαθί», τώρα βογκάει από τα βασανιστήρια του Γκούρα, του φίλου του, ο Αρχιστράτηγος «Πάσης Ανατολικής Ελλάδος».

Στις 6 Ιουνίου του 1825 οι σκοποί αντίκρισαν ένα σωρό από διαλυμένες σάρκες που δύσκολα έμοιαζαν με άνθρωπο. Η δολοφονία καλύφτηκε από την πολιτική ηγεσία και την Αστυνομία με την ψεύτικη έκθεση του Ιατροδικαστή για δήθεν ατύχημα. Ο θάνατος του ήταν φρικτός. Στραγγαλίστηκε και τον γκρέμισαν κάτω στον ναό της Απτέρου Νίκης.

Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώ-στας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι.  Ενεργώντας κατά διαταγή του Γκούρα, απομάκρυναν τον δεσμοφύλακα, μπήκαν στο κελί του και τον σκότωσαν. Ύστερα γκρέμισαν το σώμα του από τον Γουλά κάτω στο λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει, αλλά το σχοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε και έτσι σκοτώθηκε.

Αυτό το άδοξο τέλος είχε, όπως και τόσοι άλλοι ήρωες της Επανάστασης του 1821, ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της.

 

ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ:

 Ο Καποδίστριας της απένειμε τον βαθμό του αντιστράτηγου και της ανέθεσε τη διεύθυνση του ορφανοτροφείου στην Αίγινα για τα ορφανά των αγωνιστών. Με ορμητήριο τη Μύκονο και την Τήνο έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις του απελευθερωτικού αγώνα. Στις Ευρωπαίες φίλες της εκμυστηρευόταν: «Λαχταρώ μια ημέρα μάχης, όπως εσείς λαχταράτε μία ημέρα χορού».

Η Μαντώ Μαυρογένους, μορφωμένη, όμορφη και από αστική οικογένεια έδωσε τα πάντα για την Επανάσταση. Πλήρωσε ακριβά τον σφοδρό έρωτα της με τον Δημήτριο Υψηλάντη, ένας έρωτας που τελικά την βύθισε στην κατάθλιψη. Όταν υπέβαλε αίτηση στο ελληνικό κράτος για σύνταξη και ένας υπάλληλος τη ρώτησε «τι κάνατε εσείς για τον αγώνα;» εκείνη πολύ ταπεινά απάντησε «τίποτα», χαρακτηριστικό πως δεν είχε αναγνωριστεί απολύτως τίποτα.

Ο Όθωνας λίγο μετά της κατέβαλε μία πενιχρή σύνταξη και εκείνη με επιστολή, του απάντησε πως η σύνταξη αυτή δεν της φτάνει ούτε για τα βασικά. Το ελληνικό κράτος δεν έδειξε κανένα έλεος απέναντι της. Πήρε μετά την απελευθέρωση ένα σπίτι από δημοπρασία. Αργότερα η δημοπρασία ακυρώθηκε και έχασε και το σπίτι και τα λεφτά της που είχε δώσει με αποτέλεσμα να μείνει μέχρι το τέλος της ζωής της φιλοξενούμενη.

Η Μαυρογένους αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη. Είναι βέβαιο πως ο έρωτας της με τον Υψηλάντη της στοίχισε και πολιτικά καθώς όταν είχαν σχέση τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν: «Ο Υψηλάντης τρέχει πίσω από τα φουστάνια της φραγκοφορεμένης Μυκονιάτισσας» έλεγαν τότε.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ:

 Ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας εγκαταλείφθηκε στην τύχη του. Μετά την σύλληψη του από τους Αυστριακούς κλείστηκε σε μπουντρούμια στην Βιέννη και αποφυλακίστηκε με κλονισμένη την υγεία. Πέθανε τρείς μήνες μετά μόλις 36 ετών, εγκαταλελειμμένος από τη Ελλάδα και πάμπτωχος πλέον. H  μεταφορά των οστών του στην Ελλάδα, όπως ήταν η επιθυμία του, έγινε το 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκαν στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδί-ον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. Το τραγελαφικό, είναι πως όταν μεταφέρθηκαν τα οστά του στην Ελλάδα, έμειναν για μία διετία στο τελωνείο του Αεροδρομίου Αθηνών.

 

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ, Η Ατρόμητη Κρητικιά:

 

Συμμετείχε σε πολεμικά συμβούλια, πολεμούσε με εκπληκτικό θάρρος, αυτοθυσία και ψυχραιμία και εμψύχωνε δυναμικά τους άντρες. Ηρωική παρουσία στην πολιορκία της Μονής Αρκαδίου (Ρέθυμνο), έχασε και τους τρεις γιους της στον Αγώνα του 1821.

 

ΧΑΪΔΩ ΓΙΑΝΝΑΚΗ-ΣΕΧΟΥ, Η Σουλιώτισσα:

 

Ενέπνευσε σεβασμό και θαυμασμό, όχι μόνο στους συμπατριώτες της αλλά και σε ξένους διπλωμάτες (και δη…Γερμανούς). Ο ηρωισμός της ξεχώρισε τα χρόνια 1792 – 1803 και το γυναικείο της φύλο δεν την εμπόδισε να τρέχει πρώτη στη μάχη, συχνά πιο μπροστά και από τους άντρες.

 

ΑΛΕΦΑΝΤΩ, Η Μεσολογγίτισσα:

 

Κάτω από την –κατ’ ανάγκη– ανδρική της ενδυμασία, κρυβόταν μια ψυχή που αψηφούσε κάθε είδος κινδύνου και κακουχίας, μεταδίδοντας θάρρος στους άντρες πολιορκημένους. Χήρα η ίδια, συνελήφθη κατά την έξοδο του Μεσολογγίου μαζί με την μικρή της κόρη και σφαγιάσθησαν.

 

Μνημείο ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗ και ΔΟΜΝΑΣ ΒΙΣΒΙΖΗ

 

Πολύ κοντά στον Λευκό Πύργο, περπατώντας την παραλία προς το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, συναντάμε ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της συμπρωτεύουσας, αυτό που είναι αφιερωμένο στους Θρακιώτες καπεταναί-ους του 1821.

 

Ο καπετάν-Βισβίζης μυήθηκε νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες του 1821, μαζί με τη γυναίκα του Δόμνα και τα πέντε παιδιά τους. Όταν έπεσε νεκρός στην εκστρατεία στην Αγία Μαρίνα, το πλοίο του «Καλομοίρα» και την διακυβέρνησή του ανέλαβε η ίδια η γυναίκα του και επί τρία χρόνια συμμετείχε σε ναυμαχίες και αποστολές σε όλα τα ελληνικα πελάγη. Διέθεσε όλη της την περιουσία στον Αγώνα, για την απελευθέρωση της πατρίδας και το 1824, όταν πλέον δεν μπορούσε να συντηρήσει πια το «Καλομοίρα», το παραχώρησε στο ελληνικό κράτος, που το μετέτρεψε σε πυρπολικό.

 

Τα επόμενα χρόνια ήταν πολύ φτωχικά για την Δόμνα Βισβίζη και τα παιδιά της. Τριγυρνούσε άστεγη με τα πέντε παιδιά της (Ερμιόνη, Ναύπλιο, Ερμού-πολη). Είδε να πεθαίνουν από πανώλη τα τρία μικρότερα παιδιά της. Κάποτε, η Δόμνα κατάφερε να πάρει μία σύνταξη των 30 δραχμών από το Ελληνικό Κράτος.

 

Το Μνημείο που συναντάμε στη Θεσσαλονίκη είναι δωρεά της Θρακικής Εστί-ας Θεσσαλονίκης και κατασκευάστηκε από τον γλύπτη Γ. Β. Τσάρα.

 

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ, Ο ήρωας του 1821:

 

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (Πάτμος 1772 – Αθήνα 1852) είναι ένας εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, μετά τους Σκουφά και Τσακάλωφ.

 

Ασχολήθηκε με το εμπόριο στην Οδησσό (1814), καθώς και στην Πόλη και στο Βουκουρέστι (1827), για τον συντονισμό των ενεργειών της Φιλικής Εταιρείας. Πρόσφερε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας αρχικά στον Καποδίστρια και επειδή αυτός αρνήθηκε, την προσέφερε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, μαζί με τον οποίο ίδρυσε το ταμείο για την ενίσχυση του Αγώνα (Εθνική Κάσσα).

 

Μετά την αποτυχία της Εθνεγερσίας στην Μολδοβλαχία, αναλαμβάνει προσπάθεια ενίσχυσης του Αγώνα, μέσω των ελληνικών παροικιών και το 1823 ήλθε στην Ελλάδα, όπου και συμμετείχε σε πολλές μάχες. Σε επιστολή που έγραψε ο ίδιος, παραπονιόταν γιατί το Ελληνικό Έθνος γιόρταζε την ελευθερία του και δεν τον προσκάλεσε.

 

Ο απλός εμποροϋπάλληλος, προσέφερε όλο του το βιος και όλο του το είναι για την Φιλική Εταιρεία και φυσικά για την πατρίδα του, την Ελλάδα. Πάμπτωχος, έπαιρνε το δρόμο για την Οδησσό και το Βουκουρέστι, για να εξασφαλίσει τα προς το ζειν στη θυγατέρα του και την οικογένειά του.

 

Το έτος 1837, η Ελλάδα τον κάλεσε για να τον τιμήσει, δίνοντάς του ένα απλό πιστοποιητικό για τους αγώνες του.

 

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, κατηγορήθηκε από τον Π. Αναγνωστό-πουλο για αλόγιστη χρήση των χρημάτων της Εθνικής Κάσσας. Φυσικά, την κατηγορία αυτή ανασκεύασε στα απομνημονεύματα της Φιλικής Εταιρείας. Με την απάντηση μάλιστα αυτή, αποκάλυψε και την άθλια ζωή του και ότι θα πέθαινε της πείνας, αν δεν υπήρχαν φιλεύσπλαχνοι πατριώτες να τον βοηθήσουν. Αυτή είναι η μοίρα των Ελλήνων Αγωνιστών και Ηρώων, ή να πέφτουν ηρωϊκά στα πεδία των μαχών, ή να πεθαίνουν πάμπτωχοι.

 

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ο άνθρωπος που πρόσφερε τα πάντα στην πατρίδα του, «απέθανε εν εσχάτη πενία», δηλαδή πάμπτωχος και απογοητευμένος, πιθανώς το 1852, στην Αθήνα.

 

Δυστυχώς κι εμείς, οι νεότεροι Έλληνες, δεν τον τιμήσαμε όπως του άξιζε, έναν πραγματικό Έλληνα αγωνιστή και ήρωα, που το μοναδικό του όνειρο ήταν, να δει μια μέρα την πατρίδα του ελεύθερη…

 

ΑΓΟΡΩ, Η Καπετάνισσα της Ρούμελης

 Για την σπουδαία Αγραφιώτισσα καπετάνισσα «Αγόρω», πολλά θρυλούνται. Φαίνεται πως έχει δράσει στα Άγραφα και σε κάποια ορεινά χωριά της Ευρυ-τανίας, λίγο μετά το 1810, όταν ο τύραννος Αλή-πασάς εξόντωσε τον Κατσα-ντώνη και τον αδελφό του Χανιώτη και έδωσε τότε το αρματωλίκι στον Λεπενιώτη (αδελφό τους). Φαίνεται ότι η ατρόμητη αυτή καπετάνισσα έκανε πολυπληθές ασκέρι, όχι μόνο από άνδρες, αλλά και από κλεφτοπούλες, για να πολεμήσει τους Τούρκους.

Η Αγόρω αναφέρεται ως μία δυναμική γυναίκα και σκληρή απέναντι στους Τούρκους, αλλά και στο ασκέρι της, εάν κάποιοι παρεβίαζαν τον όρκο τους. Υποχρέωσε τον γερο-Μανώλη, ο οποίος δεν σεβάσθηκε το σπίτι του Προεστού, όταν βρέθηκε σ’ αυτό, να ζητήσει συγχώρεση από την οικογένειά του, αφού πρώτα δεμένο τον εξευτέλισε μπροστά στο ασκέρι της.

Σε μια μάχη ανάμεσα στα χωριά Αγαλιανό και Φτελιά Ευρυτανίας, η καπετά-νισσα, πολεμώντας αντρίκια τους Αρβανίτες του Αγρινίου, που εφόρμησαν στα λημέρια της, σκοτώθηκε δεχθείσα πισώπλατα ένα βόλι. Σ’ αυτήν την περιοχή υπάρχει τοπωνύμιο «το μνήμα της καπετάνισσας».

Υπάρχει κι ένα τραγούδι για την Αγόρω, που ξεκινά με τη μεταφορά ενός σπουδαίου μηνύματος στην καπετάνισσα, ότι δηλαδή Τούρκοι έχουν προσεγ-γίσει τους τόπους της επικυριαρχίας της καπετάνισσας, «για να τη χαλά-σουν», γι’ αυτό θα πρέπει να’ναι προσεκτική. Μάλιστα, το μήνυμα το μετα-φέρει ένα πουλί. Το τραγούδι της Αγόρως, της καπετάνισσας των Αγράφων, αρχίζει ως εξής: «Ένα πουλάκι πέταγε στ’ Αγαλιανού τη ράχη. Δεν πήγαινε σε ρεματιές, σε δίστρατα, σ’ αλώνια. Ήθελε μόνο να βρεθεί σε δύσβατα λημέρια, στην καπετάνισσα κοντά, κάτι να της μηνύσει…» και τελειώνει με τα εξής λόγια: «Εκεί κι η καπετάνισσα, σαν άντρας πολεμάει, τούρκικο βόλι κτύπησε, πισώπλατα τη βρήκε. Αντιλαλούν οι ρεματιές, κλαίνε τα καψοπούλια, χάθηκε η καπετάνισσα, της Ρούμελης καμάρι».

Στο σημείο αυτό να επισημάνω, πως στο διάλογο πουλιού και Αγόρως, η καπετάνισσα ζητά από το πουλί να πάει μήνυμα ενότητας σε όλους τους Κλέφτες. Η αναφορά στην κλέφτικη ζωή και τον θάνατο της Αγόρως, τον τοποθετεί ανάμεσα στις δεκαετίες 1810 και 1820.

 

Ο Οπλαρχηγός ΜΗΤΡΟ – ΠΕΤΡΟΒΑΣ

(Μικρός το δέμας, αλλά με φρόνημα αδούλωτο)

 

Πολλοί ήταν οι οπλαρχηγοί, οι οποίοι πρόσφεραν στον Αγώνα του 1821, πολεμώντας κατά των Τούρκων, για να γλυκοχαράξει η πολυπόθητη Ελευθερία. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους, έχει ο Μεσσήνιος οπλαρχηγός Μήτρο-Πέτροβας από τη Γαράνζα (Άνω Μέλπεια), ο οποίος ήταν σύγχρονος του Κολοκοτρώνη.

Ο Μήτρο-Πέτροβας προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια. Έχασε τον πατέ-ρα και προστάτη του το 1752. Αυτός και τα αδέλφια του έμειναν ορφανά και επέζησαν με την κτηνοτροφία. Λέγεται ότι ήταν ζωηρά και ανυπότακτα παιδιά.

Ο Μήτρος σε νεαρή ηλικία έγινε κλέφτης μαζί με τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του. «Περασμένα τα εβδομήντα», γράφει ο Χρήστος Στασινόπουλος, «γέρος, κοντακιανός, σκεβρωμένος, αλλά ψυχωμένος και ακατάβλητος, πήρε μέρος στην Επανάσταση και ήταν από τους συντελεστές της μεγάλης νίκης των Ελλήνων στο Βαλτέτσι…». Σχετικά με τη συμμετοχή του σ’ αυτή τη μάχη, ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης σημειώνει: «Παρά τα δεξιά των Αρκαδίων (Τριφυλλί-ων) οχυρούτο επί τινός χειμάρρου και ο ατρόμητος και εμπειροπόλεμος Μή-τρος Πέτροβας (καταγόμενος από την κώμην Γαράντζα της Μεσσηνίας) μετά 100 Γαραντζαίων (Μεσσηνίων) πολεμήσας και ούτος τότε πολύ γενναίως, αποκρούσας και φονεύσας και πληγώσας πολλούς Αλβανούς εφορμήσαντας εναντίον του διά να τον εκτοπίσωσιν από την θέσιν του…». Ο δε Κολοκοτρώ-νης, θέλοντας να εμψυχώσει τους Έλληνες, όταν οι Τούρκοι άρχισαν να χτυπούν με τα κανόνια, φώναξε με στεντόρεια φωνή «Βαστάτε Μπαρμπα-μήτρο…».

Ήταν θαυμάσιος σκοπευτής και κανένα βόλι του δεν πήγαινε χαμένο. Μάλι-στα λέγεται, ότι του γέμιζαν τα τουφέκια το ένα μετά το άλλο και του τα έδιναν για να ρίχνει «στο ψαχνό». Δικαιολογημένα ο Φωτάκος τον χαρακτη-ρίζει ως «το καλλίτερο τουφέκι της Μεσσηνίας». Τόσο προεπαναστατικά, όσο και κατά τη διάρκεια του Αγώνα (είχε ξεπεράσει τα εβδομήντα του όταν άρχισε η Επανάσταση), δεν έπαψε να πολεμάει τους Τουρκαλβανούς. Στάθηκε πάντα δίπλα στον Κολοκοτρώνη και φυλακίστηκε μαζί του στον Αγιολιά της Ύδρας, μαζί με τον γαμπρό του Γιαννάκη Γκρίτζαλη (από το Άνω Ψάρι), όταν ακόμα η πατρίδα κινδύνευε και είχε ανάγκη και το τελευταίο τουφέκι.

«Ο Μητροπέτροβας», θα γράψει στο βιβλίο του «Προεπαναστατικές Ηρωϊκές Μορφές 1453-1821» (βιβλίο δεύτεο) ο Στέφανος Ν. Αβραμόπουλος, «αποτε-λεί σπάνιο φαινόμενο κλέφτη, πολεμιστή στα χρόνια της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, γιατί είχε 61 συναπτά χρόνια προεπαναστατικής δράσης, που τα κατορθώματά του για να καταγραφούν, απαιτούν έναν ολόκληρο τόμο…».

Δεν υπάρχει, αναντίλογα, προηγούμενο κλεφτοαρματωλού που για τόσα χρόνια, τόσο πριν από τον μεγάλο ξεσηκωμό, όσο και κατά τη διάρκεια του Ιερού Αγώνα, να έχει τόσο αγωνιστεί και να έχει τόσα πολλά προσφέρει. Ακόμα και μετά την Απελευθέρωση, όταν ήρθαν να μας διοικήσουν οι Βαυαροί, οι οποίοι επέβαλαν βαριές και δυσβάστακτες φορολογίες, αγωνί-στηκε για τα δίκαια του λαού. Και με τον γαμπρό του Γιαννάκη Γκρίτζαλη         –άλλη ηρωϊκή μορφή και αυτός– και άλλους Μεσσήνιους, «σήκωσαν τη Βλαχοεπανάσταση» ή αλλιώς «Μεσσηνιακή Επανάσταση» κατά των Βαυα-ρών κι ας ήταν τότε υπέργηρος 94 χρονών.

Αυτός όμως ο ξεσηκωμός κατά της Βαυαροκρατίας, δυστυχώς δεν είχε αποτέ-λεσμα. Οι πρωτεργάτες της «Μεσσηνιακής Επανάστασης» συνελήφθησαν, πέρασαν από δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο γαμπρός του Μητρο-πέτροβα, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, εκτελέστηκε στην Κυπαρισσία (Αρκαδία τότε), ενώ την εις θάνατον ποινή του γερο-Μητροπέτροβα μετέτρεψε ο Όθωνας σε ισόβια! Έμεινε στη φυλακή για ένα χρόνο, ο κατά τον ποιητήν «Μητρο-Πέτροβας ο κρατών βαρύν αιώνα εις ίσον ώμον».

Στις 14 Μαρτίου του 1838 ο μεγάλος αυτός αγωνιστής, σε ηλικία 98 χρονών, έφυγε από τούτη τη ζωή, πλήρης ημερών, φορτωμένος με αγώνες και ποτι-σμένος με πολλές πίκρες που τον πότισαν οι άνθρωποι και η ζωή, αλλά και ήσυχος με τη συνείδησή του, ότι έπραξε στο ακέραιο το χρέος του για την Πατρίδα. Ο λαός πένθησε το φευγιό του και αυτό του το πένθος το αποθανάτισε με το δικό του τρόπο, ως εξής:

«Γαράντζα μου περήφανη, Πετρούλα ξακουσμένη / μαύρα μαντάτα μου’ρθα-νε και θλιβερά, να κλαίτε. / Κλαίτε το Μητρο-Πέτροβα, επέθαν’ αρχηγός μας / που’ταν στους Κλέφτες ο αητός, στους Τούρκους το λιοντάρι, / τον κλαίνε χώρες και χωριά, τον κλαιν’ οι Γιαλαμαίοι. / Τον κλαίει η γριά η Μήτραινα και τον μοιρολογάει: / Μήτρο μου, που’ναι τ’ άρματα, το χάρο να σκοτώσεις. / Σε μαύρο άτι σ’ έβαλε, μας άφηκες για πάντα. / Γαράντζας, Πετρούλας, χώματα ποτέ να μην ανθήστε. / Κι εσείς, αηδόνια και πουλιά, ποτέ μην κελαηδήστε».

Θα ολοκληρώσω την εισήγησή μου αυτή, που έχει ως θέμα την αγνωμοσύνη του Ελληνικού Κράτους, στους Έλληνες και στις Ελληνίδες που έδωσαν τα πάντα, ακόμα και τη ζωή τους, για να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι, με το «Γέρο του Μωριά», τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:

 Ούτε καν η κορυφαία προσωπικότητα του Αγώνα δεν γλύτωσε από τις πολιτικές κόντρες. Ο Αρχιστράτηγος στις 20 Μαρτίου του 1834, μαζί με τον Δημήτριο Πλαπούτα, παραπέμπονται σε δίκη, με τις κατηγορίες της συνωμο-σίας και της εσχάτης προδοσίας.

Ο «Γέρος του Μωριά» αν και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα, με την έλευση του τελευταίου το 1832, έγινε στόχος  εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων. Η αλήθεια είναι ότι η βαυαρική αντιβασιλεία δυσανασχετούσε έντονα εξαιτίας της φιλοκαποδιστριακής και φιλορωσικής του τοποθέτησης.

Η κατηγορία εναντίον του ήταν, η  πρόθεση ανατροπής του ανήλικου Όθωνα. Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν ιδιαίτερα λαοφιλής, κάτι που ανέτρεψε την απόφαση. Λίγες ώρες αργότερα, η βαυαρική αντιβασιλεία υποχρεώθηκε, να μετατρέψει την ποινή σε κάθειρξη.

Στο μεταξύ, ο Κολοκοτρώνης είχε περάσει στις φυλακές μεταχείριση που δεν του είχαν επιφυλάξει ούτε οι Οθωμανοί διώκτες του. Έζησε για εφτά μήνες στα μπουντρούμια των μεσαιωνικών φυλακών στο Παλαμήδι και στην Ακροναυπλία.

Ο ίδιος περιγράφοντας την φυλακή του είχε πει «Μ’ έβαλαν έξι μήνες μυστική φυλακή, χωρίς να δω άνθρωπο εκτός του δεσμοφύλακα. Δεν ήξερα τι γίνεται για έξι μήνες, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος πέθανε, ούτε ποιόν άλλον έχουν στη φυλακή. Για τρεις μέρες δεν ήξερα πως υπάρχω, μου φαινόταν σαν όνειρο. Ρωτούσα τον εαυτό μου, αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανένας. Δεν ήξερα γιατί μ’ έχουν κλεισμένο. Με τον καιρό, μου πέρασε απ’ το νου, πως ίσως η Κυβέρνηση, βλέποντας την υπόληψη που ‘χε ο λαός προς εμένα, με φυλάκισε, για να μου κόψει την επιρροή. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες».

Στην εισήγησή μου με τον τίτλο «Η Πατρίς Αγνωμονούσα», ανέφερα μερικά αληθινά γεγονότα, τα οποία συνέβησαν, τόσο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, όσο και μετά. Γεγονότα, τα οποία προβλημάτισαν και στιγμάτι-σαν μια εποχή και δυστυχώς συνεχίζουν να ταλανίζουν τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, ως τις μέρες μας.

Τι κρίμα, η ζηλοφθονία, ο κακός δαίμονας των Ελλήνων, να μας ακολουθεί εσαεί…

 

Επιμέλεια:  Δημήτρης Η. Λούκας

Αθήνα, 4 Αυγούστου 2016

Έρωτας και επανάσταση

Έρωτας και επανάσταση

GRETA CHRISTOFILOPOULOU·ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016

Έρωτας και Επανάσταση; Πώς είναι δυνατόν να ταιριάξει το καριοφίλι με την γυναικεία αγκαλιά; Πώς συμβιβάζεται ο Αγώνας για την Ελευθερία με το ερωτικό πάθος; Ερωτικές περιπτύξεις κάτω από τις φουστανέλες και τους τζουμπέδες; Καρδιές που καίγονται κάτω από τα μεϊντανογέλεκα;

Είναι δυνατόν οι Αγωνιστές του 1821, να συνδυάζουν αρμονικά τον αχό της μάχης με τα ερωτικά καρδιοχτύπια; Πόθοι στα κάστρα και τα πεδία των μαχών; Αίσχος! Η επίσημη Ιστορία φρίττει με κάτι τέτοια ατοπήματα.

Οι καθώς πρέπει ιστορικοί αρνούνται να λερώσουν την πένα τους με τις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων που πρωταγωνιστούν στην Ελληνική Επανάσταση! Το θέμα είναι ταμπού. Δεν συνάδει με την ιερότητα του Μεγάλου Σκοπού. Το σεξ είναι εξορισμένο στη συνείδηση των πολεμιστών. Προέχει η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Όλα τα άλλα πρέπει να παρασιωπηθούν.

Σσσσσς Κι όμως, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να ρίξει κανείς μια ματιά στα ερωτικά πάθη των πρωτεργατών της Παλιγγενεσίας. Πάνος Κολοκοτρώνης, Ανδρέας Λόντος, Κίτσος Τζαβέλας, Ρήγας Φεραίος, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μαντώ Μαυρογένους, Λόρδος Βύρων, Ιωάννης Κωλέττης, Αθανάσιος Διάκος, Παπαφλέσσας (ο εξωλέστατος καλόγερος κατά τον άσπιλο Παλαιών Πατρών Γερμανό), Αναστάσης Μαυρομιχάλης, Δημήτρης Μακρής και φυσικά ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, έγραψαν λαμπρές σελίδες στα πεδία των ερωτικών μαχών, παράλληλα με τις άλλες, τις κανονικές! Ε ναι λοιπόν, το ΄21 είχε και την ερωτική πλευρά του.

Η αποτύπωση της γίνεται δειλά, γιατί οι πηγές είναι απρόσιτες και το θέμα ακανθώδες. Όμως τα στοιχεία υπάρχουν. Διάσπαρτα μεν, αλλά υπάρχουν. Και αποδεικνύουν ότι οι ήρωες δεν διέφεραν σε τίποτα από τους κοινούς θνητούς σε ότι αφορά την προσωπική τους ζωή. Ήταν ευάλωτοι.

Τρωτοί στα βέλη του έρωτα. Δοτικοί στην παραφορά. Ήταν άνθρωποι. Είχαν αρετές και ελαττώματα τα οποία σε τίποτα δεν αμαυρώνουν την προσφορά τους στην πατρίδα και τη συνεισφορά τους στην Ελευθερία που απολαμβάνουμε σήμερα.

Σας σοκάρει το γεγονός ότι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα συνευρίσκονταν ερωτικά με νεαρούς Γάλλους πλοιάρχους για να χαλαρώσει μετά τις κατά θάλασσαν μάχες της; Μα γιατί άραγε; Είναι ασύμβατη η λαγνεία με την αγωνιστικότητα; Ελάτε τώρα! Ο πόλεμος σε εκθέτει σε καθημερινό κίνδυνο. Ζεις χωρίς να γνωρίζεις αν θα υπάρχει αύριο. Έχεις πλήρη συναίσθηση του κινδύνου. Η ηδονή συνυπάρχει σε όλα τα επίπεδα.

Σε μια εύστοχη βολή, σε μια επιτυχημένη συνεύρεση μεσοπέλαγα. Πίσω από την φορεσιά της, την πασίγνωστη la Bobeline που ξεσηκώνει τα παριζιάνικα σαλόνια, η γυναίκα διεκδικούσε χωρίς ντροπές το μερίδιο της στον έρωτα. Και πολύ καλά έκανε! Κατά μάνα, κατά κόρη. Όταν η κόρης της Ελένη παντρεύτηκε δόξη και τιμή τον Πάνο Κολοκοτρώνη, πρωτότοκο του Θοδωρή, κανείς δεν υποπτεύονταν τις θύελλες που θα ξεσήκωνε. Βούιξε η Τριπολιτσά όταν μαθεύτηκαν οι έρωτες της με τον Θεόδωρο Γρίβα που της έκλεψε την καρδιά. Λίγο καθυστερημένα βέβαια γιατί είχε ήδη παντρευτεί.

Ποιος νοιάζεται; Κερατάς ο Πάνος; Με τις υγείες του! Αμ ο άλλος, ο υπουργός του Πολέμου, Ιωάννης Κωλέττης; Τι δολοπλόκος κι αυτός; Αφού έριξε στα σκυλιά τον έρωτα του Υψηλάντη και της Μαυρογένους, έκανε ερωμένη του τη γυναίκα του Χρήστου Παλάσκα με την οποία κυκλοφορούσε απροκάλυπτα δημοσίως.

Μέγα σκάνδαλο και για να ολοκληρωθεί το άγος, έστειλε τον άντρα της να σφαγιαστεί από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Καθαρές δουλειές! Τα ανδραγαθήματα του, συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Δεν του αρκεί η μία ερωμένη, ρίχνει τα δίχτυα του και στην Μαρκησία Πουιζεράν και παρελαύνει ντυμένος με φουστανέλα και βελούδινο γιλέκο στα γαλλικά σαλόνια.

Έγραψα χθες για τον άτυχο έρωτα της ωραίας Μυκονιάτισσας με τον καχεκτικό, δύσμορφο, κοντό και άχρωμο Δημήτριο Υψηλάντη. Ωστόσο, δεν είναι και πολύ γνωστός ο σφοδρός έρωτας του Ανδρέα Λόντου με την Ιταλίδα πριμαντόνα Ρίτα Μπάσο που είχε έρθει στην Αθήνα να επιδείξει τα ταλέντα της. Την περιγράφει άριστα ο Κολοκοτρώνης «Eίδα πράγμα οπού δεν το είδα άλλη φορά, τόσων χρονών οπού είμαι! Οι γυναίκες ως τώρα ήξευρα πώς εφούσκωναν απ’ ομπρός, εις τας Αθήνας είδα ότι φουσκώνουν από πίσω». Εύγε Γέρο του Μωριά!

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, εκτός από τον απαράμιλλο ηρωϊσμό του, ήταν γνωστός και για τη χυδαιότητα των εκφράσεων του. Όταν ο Χουρσίτ πασάς του παραγγέλνει από τη Λάρισα να δηλώσει υποταγή, ο Αητός της Ρούμελης του απαντάει όλο γλύκα «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω• κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζο μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω• κι αν έλθης κατ’ επάνω μου ευθύς να πολεμήσω»).

Ο γιος της καλογριάς, ενώ είχε ήδη οικογένεια, κουβαλούσε πάντα μαζί του στις μάχες μια εκχριστιανισμένη Τουρκοπούλα ντυμένη ανδρικά. Τη λέγανε Μαριώ, αλλά τη φωνάζανε Ζαφείρη. Όπως λέει ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης στον οποίο χρωστάμε πολλές περιγραφές της Επανάστασης, η Μαριώ, ήταν στρογγυλοπρόσωπη, με μαύρα μάτια και μια κοτσίδα γύρω στο κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα. Φορούσε άσπρες μπαμπακερές κάλτσες, άσπρο φλοκωτό σακκάκι, φουστανέλλα και στο σελλάχι δυο μπιστόλια και ένα γιαταγάνι και στο χέρι ένα ελαφρό ντουφέκι.

Ο Καραϊσκάκης, αρρωστιάρης και μακριά από τους δικούς του, είχε ανάγκη από τη φροντίδα μιας γυναίκας. Μια φορά που η γυναίκα του ζήλεψε την παρουσία της Μαριώς στο πλάι του, ο Καραϊσκάκης την καθησύχασε ως εξής: «Εγνοια σου, μουρή, έχω και για σένα πούτσο. Μη μου χολιάζεις».

Ο Λόρδος Βύρων, πανηδονιστής και γνωστός για τις προτιμήσεις του σε νεαρά αγόρια, ερωτεύτηκε παράφορα τον 15χρονο Κεφαλλονίτη Λουκά Χαλανδριτσάνο, που οι μαρτυρίες τον θέλουν ως εκπάγλου καλλονής. Ο Λουκάς, υπήρξε συνοδός και υπηρέτης του, όμως δεν θα ενδώσει ποτέ στις σεξουαλικές ορέξεις του. Ο Βύρων, για να καταλαγιάσει το πάθος του, θα καταφύγει σε μια μεσαιωνική δίαιτα και θα τρέφεται επί μακρόν με σόδα και μπισκότα!

Στο Μεσολόγγι πάλι, ο φιλέλλην εμπλέκεται σε ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που παρά λίγο να του στερήσει τη θέση του στο πάνθεον των ηρώων του ’21. Ο Λόρδος, παρέσυρε με την αρωγή του υπηρέτη του Τίτα, ένα μικρό φτωχό αγόρι. Το έντυσαν κοριτσίστικα και ήταν έτοιμοι για όλα. Όμως, κάποιος ειδοποίησε τον αδελφό του αγοριού. Ο φλογερός Άγγλος, μόλις που γλύτωσε, γιατί ο αδελφός του αγοριού απείλησε να τον σφάξει. Το περιστατικό έγινε γνωστό στη μικρή κοινωνία του Μεσολογγίου, αλλά ο Μαυροκορδάτος κατάφερε να ξεχαστεί.

Μετά από αυτό το συμβάν, ο Λόρδος προχώρησε στην ίδρυση πορνείου για να καλύπτονται οι ανάγκες του ντόπιου και ξένου αντρικού πληθυσμού! Αρκετές από αυτές τις πληροφορίες για τη δράση του Λόρδου που θα καταδυθεί κατ΄ επανάληψη στην άβυσσο του αισθησιασμού, ακόμη και με την ετεροθαλή αδελφή του, Αυγούστα Λη, μας περιγράφει ο Βρετανός εκκεντρικός συγγραφέας και πειρατής Εντουαρντ Τρελόνι.

Ο Τρελόνι, τον είχε γνωρίσει το 1822 στους κόλπους του περίφημου «Κύκλου της Πίζας» του κύκλου δηλαδή των επιφανών Άγγλων, Ιρλανδών, Ιταλών και Ελλήνων στον οποίο εμβαπτίζεται και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Αλλά και η νόμιμη σύζυγός του του Βύρωνα, η Αναμπέλα Μίλμπανκ, η οποία ως λόγο διαζυγίου προέταξε την «αφύσικη σεξουαλική συμπεριφορά» του. Ε καλά τώρα. O ίδιος όμως Εντουαρντ Τρελόνι, όχι μόνο θα συνοδεύσει τον Βύρωνα στην Ελλάδα, αλλά θα σπεύσει να αγοράσει δεκαπενταμελές χαρέμι στην Αθήνα! Στη συνέχεια θα πολεμήσει και θα καπνίσει τσιμπούκια στο πλευρό της κλεφτουριάς και θα παντρευτεί τη 13χρονη ετεροθαλή αδελφή του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Έτσι ήταν λοιπόν τα πράγματα. Οι ήρωες ήταν άνθρωποι. Πολεμούσαν, διψούσαν, πεινούσαν, ζήλευαν, βρώμιζαν, ερωτεύονταν. Ο Δημήτριος Χρηστίδης, σε ένα σημείωμα του που διασώζει ο Βλαχογιάννης μιλάει για ερωτικές συνεντεύξεις με τρόπο που σοκάρει τους συντηρητικούς. Στο μυαλό πολλών, ο έρωτας δεν χωράει στο ΄21. Προφανώς όμως θα τους προκαλούσε ευχαρίστηση η γνώση ότι οι κλέφτες συνήθιζαν να αρπάζουν τις κόρες των κοτζαμπάσηδων και να τις επιστέφουν αμόλυντες στους πατεράδες τους αφού η πράξη τους αποσκοπούσε στο να ρεζιλέψει τον εχθρό τους.

Φυσικά δεν έλειψε και η ακραία βία. Όταν ο Αλήμπεης της Μονεμβασίας ερωτεύτηκε το 1791 μια πανέμορφη Ελληνίδα η οποία αρνήθηκε τον έρωτα του, «διέταξε τρεις εκ των υπηρετών, και έθεσαν τους μαστούς της νέας μεταξύ του σκεπάσματος εν τω μέσω ενός κιβωτίου και αναβάντες οι τρεις υπηρέται, επάτουν το σκέπασμα του κιβωτίου εις τρόπον ως εκόπησαν από την ορμήν οι μαστοί της Ελληνίδος, ήτις εν ακαρεί εξέψυξε».

Καλή Επανάσταση, καλούς έρωτες συνέλληνες.

Αίθουσα Επαγγέλματα που χάνονται

Λαογραφικό Μουσείο  KL GALLERY Vassilis Lappas

Αίθουσα Επαγγέλματα που χάνονται

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ (ΑΛΚΗΣ ΞΑΝΘΑΚΗΣ)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ (ΑΛΚΗΣ ΞΑΝΘΑΚΗΣ)

Ο Δάσκαλος Άλκης Ξανθάκης
Ύστερα από 17 χρόνια έρευνας, ο ιστορικός φωτογραφίας, φωτογράφος και δάσκαλος. Α. Ξανθάκης παρουσιάζει για πρώτη φορά στον πρώτο τόμο του βιβλίου «Φωτογραφία και Προπαγάνδα. Μονάδες Προπαγάνδας του Γερμανικού Στρατού, 1939-1945» τις ειδικές αυτές μονάδες: τον τρόπο λειτουργίας τους, την εκπαίδευση των ανδρών τους, τα μηχανήματα και τα μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιήθηκαν και τέλος τις φωτογραφίες τις οποίες αυτές δημιούργησαν.

 

Ο δεύτερος τόμος («Μονάδες Προπαγάνδας του Γερμανικού Στρατού στην Ελλάδα, 1941-1944») αναφέρεται και ασχολείται με τον τρόπο με τον οποίο οι άνδρες των μονάδων αυτών «είδαν» και κατέγραψαν την Κατοχή. Πρόκειται για μια προσέγγιση που για πρώτη φορά γίνεται από αυτή την οπτική γωνία. Υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα ήρθαν τουλάχιστον 120 ΡΚ, των οποίων βιογραφικά δημοσιεύονται στο παράρτημα του δεύτερου τόμου.

 

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας παρακινήθηκε να ασχοληθεί με τους ΡΚ στην Ελλάδα από μια φωτογραφία που τον επηρέασε καθοριστικά. Πρόκειται για μια εικόνα που τράβηξε ο στρατιωτικός φωτογράφος Eberhard von der Heyden, της γέφυρας του Ισθμού της Κορίνθου, λίγο μετά την κατάληψή της (26.4.1941) από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, ενώ βρίσκονταν πάνω σ’ αυτήν μαζί του. Δευτερόλεπτα αργότερα τα εκρηκτικά που βρίσκονταν στη γέφυρα ανατινάχθηκαν από μια βολή πυροβόλου, με συνέπεια να σκοτωθούν όλοι οι στρατιώτες και ο φωτογράφος μαζί τους. Η μηχανή του, όμως, εκτινάχθηκε στη διπλανή όχθη της γέφυρας και οι Γερμανοί, μεθοδικοί όπως είναι πάντα, τη βρήκαν και εμφάνισαν και εκτύπωσαν την τελευταία φωτογραφία της ζωής του.

Ο συγγραφέας εντυπωσιάστηκε από το δραματικό αυτό γεγονός και άρχισε μια μακροχρόνια έρευνα για το Γερμανό αυτόν, που προερχόταν από μια μεγαλοαστική οικογένεια. Εντόπισε το κενοτάφιό του στο Γερμανικό Νεκροταφείο στον Διόνυσο και βρήκε πληροφορίες για το έργο του πριν από τον πόλεμο. Αυτό ήταν και το ερέθισμα για να επεκτείνει την έρευνά του για τους ΡΚ στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο βλέπει λοιπόν την Ελλάδα της Κατοχής μέσα από τα μάτια των Γερμανών κατακτητών της.

Έτσι, οι δύο τόμοι του βιβλίου αποτελούν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη καταγραφή της γερμανικής προπαγάνδας μέσα από το φακό και την εικόνα, τόσο επί γερμανικού όσο και επί ελληνικού έδαφος.

 
Ο Άλκης Ξ. Ξανθάκης είναι ιστορικός φωτογραφίας, φωτογράφος και δάσκαλος. Διευθύνει τη σχολή φωτογραφίας του ΑΚΤΟ, την πρώτη σχολή φωτογραφίας που ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1968, όπου και διδάσκει. Είναι συλλέκτης παλαιών φωτογραφικών μηχανών και η συλλογή του αριθμεί σήμερα περισσότερες από 3.500. Θεωρείται ειδήμων στην ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας, ενώ το βιβλίο του «Ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας 1839-1970» (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) παραμένει το μοναδικό εργαλείο αναφοράς για όλους τους μελετητές (11 εκδόσεις). Το 2009, ύστερα από συμπληρωματικές έρευνες είκοσι επτά ετών, το βιβλίο κυκλοφόρησε ξαναγραμμένο, σε νέα μορφή. Έργο ζωής μπορεί να χαρακτηριστεί και το «Λεξικό Φωτογράφων 1839-1960». Έλληνες φωτογράφοι και ξένοι φωτογράφοι στην Ελλάδα, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κυκλοφόρησε σε τρίγλωσσο DVD, από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)/ ΜΙΕΤ, το 2006.

   Ο Άλκης Ξ. Ξανθάκης είναι ιδρυτικό μέλος της European Society for the History of Photography και σύμβουλος φωτογραφίας σε μουσεία. Παράλληλα αρθρογραφεί σε ελληνικά και ξένα έντυπα και είναι μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού «Φωτογράφος». Το 1995 η Διεθνής Φωτογραφική Ομοσπονδία του απένειμε την τιμητική διάκριση ESFIAP και δίπλωμα για την προσφορά του στην ιστορική φωτογραφική έρευνα, για το σχετικό συγγραφικό έργο του και την εκπαίδευση. Την περίοδο 2004-2008 διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (Ο.Π.Ε.Π.). Ως φωτογράφος εργάζεται κυρίως στην εικαστική ασπρόμαυρη φωτογραφία και χρησιμοποιεί τις μεθόδους του διχρωμικού καλίου και της κυανοτυπίας, δύο μη αργυρούχες τεχνικές του 19ου αιώνα. Έχει παρουσιάσει φωτογραφικά έργα του σε ατομικές εκθέσεις του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει εκδώσει 17 βιβλία.
Για τη συνεισφορά των Ελλήνων στην παγκόσμια ιστορία της φωτογραφίας ο Άλκης Ξανθάκης επισημαίνει σε παλαιότερη συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία, 11-2-2009 :
Συνεισφέραμε «Τη ρεαλιστική καταγραφή των Βαλκανικών πολέμων. Εκεί πρωτοπορούμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάτι αντίστοιχο είχαμε το 1860 από τους Αμερικανούς φωτογράφους του Εμφυλίου πολέμου. Οι Ελληνες φωτογράφοι όμως δεν είχαν καμία γνώση της δουλειάς αυτής. Και ορισμένες φωτογραφίες τους είναι απίθανες. Εχουμε καρτ-ποστάλ με τους 5.000 νεκρούς του Κιλκίς! Ηταν ίσως το πιο εκρηκτικό ξέσπασμα των Ελλήνων. Το έπος το Βαλκανικό ήταν πιο ηρωικό από το Αλβανικό».

Από κει και πέρα τι έγινε;

«Χάσαμε το τρένο του ρεαλισμού για πάντα. Ακολούθησε μια δεκαετία πολέμων που δεν ήταν και ότι καλύτερο. Φτάσαμε στη Μικρασιατική καταστροφή, όπου οι φωτογραφίες δεν είναι ούτε σε ποσότητα ούτε σε ποιότητα καλές. Κι όλοι οι επόμενοι πόλεμοι δεν κατεγράφησαν. Το ’40 για παράδειγμα, βγήκαν καλές φωτογραφίες αλλά όχι ρεαλιστικές. Όλες στημένες, ωραία στημένες, επικές. Αλλά όχι ρεαλιστικές».

 

Κι έχει τόσο μεγάλη αξία αυτό για την ιστορία της φωτογραφίας μας;
«Ναι. Ένα πορτρέτο δεν πειράζει αν είναι στημένο. Ένας πόλεμος όμως, ναι.. και στον Εμφύλιο οι φωτογραφίες είναι όλες στημένες. Δεν έχουμε ούτε μία που να αποδίδει μάχη. Από την άλλη έχουμε έναν ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος έβγαλε εξαιρετικές φωτογραφίες-σύμβολα. Δεν είχαμε τα κότσια; Δεν ενδιέφερε ο δικός μας Εμφύλιος τον κόσμο; Μπορεί. Δεν νομίζω ότι το περιοδικό Life δημοσίευσε καμιά φωτογραφία του ελληνικού Εμφυλίου. Κι αυτό έπαιξε το ρόλο του. Ο Ελληνας φωτογράφος αν δεν είχε εμπορικό ενδιαφέρον δεν εκινείτο. Το 1918, για παράδειγμα, στην πρώτη μεγάλη ανακατάταξη των πληθυσμών, έχουμε πρόσφυγες που ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Ουδείς Ελληνας το φωτογράφισε αυτό.

Ήρθε ένας φοβερός Αμερικανός φωτογράφος, ο Λιούις Χάιν (Lewis Hine) για λογαριασμό του Ερυθρού Σταυρού και φωτογράφισε τις εικόνες της αθλιότητας και δυστυχίας. Οι ντόπιοι φωτογράφοι δεν σκέφτηκαν να το καταγράψουν. Ασχολούνταν με γάμους και βαφτίσεις. Γι’ αυτό και χρειάστηκε να βγουν η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Κώστας Παράσχος και μια τρίτη ομάδα ανθρώπων, άσχετων προς τη φωτογραφία, αστυνομικών! Χαίρομαι πολύ που για πρώτη φορά δημοσιοποιείται στο βιβλίο μου η δράση τους. Πρόκειται για αστυνομικούς του Τμήματος Εγκληματολογίας, που πήραν εντολή να βγουν στους δρόμους να φωτογραφίσουν την Κατοχή. Όλες οι φωτογραφίες της εποχής αποδίδονταν στον Παράσχο ή την Παπαϊωάννου. Οι αστυνομικοί αυτοί εργάστηκαν αθόρυβα, έκαναν σημαντικό έργο, και το ’45 πήγαν στις δουλειές τους και δεν ξαναασχολήθηκαν με τη φωτογραφία».

 

Συνδεθείτε τώρα και ακούστε ζωντανά το ταξίδι μας στην Ιστορία της Μουσικής, με τη Βασιλική (10:00 – 13:00 – 16:00 – 19:00 – 22:00). Σας καλούμε συνταξιδιώτες μας στο  KL GALLERY WEB RADIO  απολαμβάνοντας πολλή και καλή μουσική. Μουσική που Αγαπήσαμε, Ερωτευτήκαμε, Επαναστατήσαμε, Χορέψαμε στα Πάρτυ, όλο το 24ωρο μαζί σας………….

Το ναυάγιο των Αντικυθήρων (Συλλογή Φωτογραφίας)

Το ναυάγιο των Αντικυθήρων

(Έρευνα, κείμενο, επιμέλεια, φωτογραφίες: Μάνος Ι. Ελευθερίου)

 

Όλα τα μυστικά και τις αλήθειες τα πήρε μαζί του, το παλιό σκαρί, που ο Ποσειδώνας για κάποιο λόγο βύθισε, μάλλον με τη σύμπραξη του Αίολου, των Νηρηίδων των κυμάτων και της Νύχτας.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, εκείνο το πλοίο μάς άνοιξε ένα ακόμη παράθυρο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, μας χάρισε ένα μεγάλο κομμάτι ομορφιάς από την αξεπέραστη αρχαία ελληνική τέχνη, έχοντας τον Έφηβο να μας κοιτάζει με τα μελένια μάτια του, και μας προβλημάτισε – και θα εξακολουθεί να το κάνει – με το σπάνιο, μοναδικό, μυστηριώδες και αινιγματικό θραύσμα και θαύμα της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας.

(Έρευνα, κείμενο, επιμέλεια, φωτογραφίες: Μάνος Ι. Ελευθερίου)

Το «μυστηριώδες» ναυάγιο των Αντικυθήρων με το εξαιρετικά πολύτιμο φορτίο του…

Το «μυστηριώδες» ναυάγιο των Αντικυθήρων με το εξαιρετικά πολύτιμο φορτίο του…
(Έρευνα, κείμενο, επιμέλεια, φωτογραφίες: Μάνος Ι. Ελευθερίου)

Συλλογή Φωτογραφίας

 

50 – 70 π.Χ.
Μια ολκάς – corbita/ponto (αρχαίο ελληνικό ή ρωμαϊκό εμπορικό – φορτηγό πλοίο) ταξιδεύει, κάτω από δύσκολες καιρικές, μάλλον, συνθήκες ΒΑ των Αντικυθήρων (ακρωτήριο «Γλυφάδια», θέση «Πινακάκια» , 25 μ. από τα βράχια)…

Το πλοίο είχε 30 μ. μήκος, 10 μ. πλάτος (3:1) και 5 μ. βάθος και το εκτιμώμενο φορτίο του είναι 300 τόνοι εμπορεύματων.

Παλιό σκαρί το πλοίο αυτό αφού ο ραδιενεργός άνθρακας χρονολόγησε τα δρύινα μεγάλα ξύλα του σκελετού (γόμφοι, μόρσα) καθώς και τα μαδέρια και τις μονές σανίδες φτελιάς και υπολόγισε ότι κόπηκαν γύρω στο 220 π.Χ…

Κάτω από την ίσαλο γραμμή, εξωτερικά, (το κομμάτι του κύτους που βρεχόταν) είχε στεγανοποιηθεί με λεπτά φύλλα μολύβδου.

Όπως και οι αντίστοιχες ολκάδες της εποχής, έπλεε με τη βοήθεια ενός τετράγωνου πανιού που ήταν στερεωμένο σε κεντρικό ιστό και οριζόντιο κατάρτι, ενός τριγωνικού πανιού που βρισκόταν στην κορυφή του ιστού και ενός επικουρικού πλευρικού πανιού.

Με κεραμίδια (στρωτήρες και καλυπτήρες κορινθιακού τύπου) καλυπτόταν ένας στεγασμένος χώρος στο κατάστρωμα του πλοίου, που, πιθανόν, να χρησίμευε ως κουζίνα, τουαλέτα, υπνοδωμάτιο, χώρος προφύλαξης από τον ήλιο και τα καιρικά φαινόμενα ή και όλα μαζί. Τα κομμάτια των μολύβδινων σωλήνων που ανασύρθηκαν από το βυθό, μαρτυρούν τη χρήση κουζίνας ή και τουαλέτας, αν και κάποια από αυτά ίσως να χρησιμοποιούνταν και για απάντληση υδάτων.

Προφανώς θα είχε αρκετές άγκυρες – οι οποίες δεν έχουν ακόμη ανασυρθεί. Δύο καταπειρατηρίες( βολίδες), που βρέθηκαν μαρτυρούν πως με τη βοήθειά τους οι αρχαίοι ναυτικοί (ο πρωρεύς) διερευνούσαν το βάθος αλλά και τη φύση τού εκάστοτε βυθού.

Στο πλοίο βρίσκονταν κατά τη διάρκεια του πλου το λιγότερο τέσσερα με πέντε άτομα (Δε θα μάθουμε ποτέ, αν κατά τη διάρκεια του ναυαγίου, κάποιοι και πόσοι από τους ταξιδιώτες ή το πλήρωμα κολύμπησαν για να σωθούν). Συνήθως, σ’ ένα τέτοιο πλοίο, το προσωπικό ήταν τετραμελές. Ο κυβερνήτης, ο πρωρεύς, ο τοίχαρχος (ο τοποθέτης των αντικειμένων) και ο ναυπηγός (ο επισκευαστής). Τα έντεκα δόντια και τα είκοσι δύο ανθρώπινα οστά που περισυλλέγησαν από το βυθό φωτογραφίζουν έναν άνδρα 20 – 25 ετών, έναν ή και δύο άνδρες μεγαλύτερους των 25 ετών (στον έναν ανήκε, μάλλον, το χρυσό δαχτυλίδι που βρέθηκε κοντά στα οστά του), μια γυναίκα ενήλικη και έναν ή μία έφηβο 16 περ. ετών (μάλλον έφηβη, εφόσον τα χρυσά σκουλαρίκια που βρέθηκαν δίπλα στα οστά τους ήταν ένα ζεύγος και ένα μονό).

Το περίαπτο (κρεμαστό του λαιμού) από πράσινη υαλόμαζα σε σχήμα ανδρικού μορίου υποδηλώνει την παρουσία παιδιού ανάμεσα στο πλήρωμα και τους επιβάτες, αφού τα συγκεκριμένα αντικείμενα δε χρησιμοποιούνταν από ενήλικες. Ένα σκυλί δεν αποκλείεται από το παζλ της εικόνας του καταστρώματος αφού το επιβεβαιώνουν τα είκοσι ένα ζωϊκά θραύσματα οστών, τα οποία βέβαια θα μπορούσαν να είναι και αποθηκευμένο φαγητό.

Δε γνωρίζουμε, και είναι απίθανο να μάθουμε, εάν το πλήρωμα του πλοίου ήταν Ρωμαίοι, Έλληνες ή και οι δύο εθνικότητες μαζί. Πολλά από τα αντικείμενα χρήσης έχουν εγχάρακτες ελληνικές επιγραφές και κάποια από τα αντικείμενα του πλοίου στοιχεία ρωμαϊκής γραφής και αρίθμησης.

Την εικόνα της ζωής «εν πλω» πλουτίζουν τα κουκούτσια ελιάς που ανασύρθηκαν από το βυθό καθώς και τα κελύφη σαλιγκαριών. Χύτρες με ίχνη αιθάλης πιστοποιούν την παρασκευή φαγητού στο πλοίο, ενώ πινάκια (πιάτα) και διαφορετικά αγγεία πόσεως δείχνουν την κατανάλωση φαγητού αλλά, πιθανόν, και κρασιού, αφού οι δύο ιταλικοί οξυπύθμενοι αμφορείς αυτό μαρτυρούν. Τα δύο ασημένια σκυφίδια (μαστοί) ήταν από τα πιο δημοφιλή σκεύη της εποχής για παράθεση τροφών όπως καρυκευμάτων, ελιών ή ξηρών καρπών, ενώ ένα από τα δέκα ανελκυσθέντα πήλινα και χάλκινα λυχνάρια φέρνει ίχνη χρήσης. Οι δύο φυσικοί αστράγαλοι και οι κυανοί γυάλινοι και οι λίθινοι πεσσοί που βρέθηκαν πιστοποιούν την ενασχόληση με επιτραπέζια παιχνίδια των μελών του πληρώματος και των ταξιδιωτών.

Τα τμήματα οστέινων μουσικών οργάνων – αυλών, πιθανόν, χρησιμοποιούνταν από το πλήρωμα, ενώ ένα μεγάλο λεκανοειδές σκεύος από ηφαιστειακό λίθο και ένας εξαιρετικός τριπτήρας σε σχήμα δακτύλου με υπολείμματα κόκκινου χρώματος αποδεικνύει κονιορτοποίηση χρωστικών ουσιών. Μήπως στο πλοίο ταξίδευε και κάποιος ζωγράφος αγαλμάτων; Ένας χειρόμυλος που ανασύρθηκε από την περιοχή του ναυαγίου πιστοποιεί ότι το πλήρωμα, είναι πιθανό, να άλεθε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ή ήταν μέρος οικοσκευής μαζί με τις εξαιρετικές κλίνες που τα προσκέφαλά τους ήταν διακοσμημένα με λιοντάρια, σκυλιά, πάπιες και προτομές της Πότνιας θηρών (προστάτιδας των ζώων, του κυνηγιού και των κυνηγών) Αρτέμιδας.

Το πλήθος των μεταλλικών αγγείων και σκευών καθημερινής χρήσης μας ενημερώνουν για τη ζωή, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αφού πολλά από αυτά είναι αγγεία άντλησης αλλά και σερβιρίσματος υγρών (νερού, λαδιού, κρασιού κ.ά.), κάποια είναι κάδοι ή λέβητες ενώ μια πυξίδα φύλασσε, μάλλον, κάποια καλλυντική ή φαρμακευτική ουσία. Τα είκοσι αριστουργηματικά, σπάνια και μοναδικά γυάλινα αντικείμενα του ναυαγίου, με πιθανή καταγωγή την Αίγυπτο, τη Συρία ή την Παλαιστίνη σίγουρα είναι αντικείμενα του εμπορικού φορτίου του πλοίου ή κάποιας μεταφερόμενης οικοσκευής. Μήπως η ενήλικη κυρία, με το σύζυγό της και την κόρη της, μετακόμιζαν σε κάποιο άλλο σημείο του ελλαδικού χώρου ή στη Ρώμη με την οικοσκευή τους; (ασημένια σκυφίδια, γυάλινα αντικείμενα, κλίνες, λυχνάρια, τριπτήρας, λεκανοειδές σκεύος από ηφαιστειακό λίθο, χειρόμυλος, μεταλλικά αγγεία, δεκάδες πινάκια (πιάτα) και κύπελλα, δεκάδες μυροδοχεία και τόσα άλλα).Ή μήπως ήταν όλα αυτά και πολλά από τα υπόλοιπα αντικείμενα του φορτίου του πλοίου, μέρος της φερνής (προίκας) της κορασίδας, που ταξίδευε με τους γονείς της ή και, πιθανόν, με τον εικοσιπεντάχρονο γαμπρό;

Η ολκάς, που από τα συντρίμμια της έχουν ανασυρθεί, έως τώρα, συνολικά 378 αντικείμενα (ανάμεσά τους ο μοναδικός Μηχανισμός των Αντικυθήρων), από τον ελλαδικό χώρο (Δήλος, Κως, Ρόδος, Πέργαμος, Έφεσος, κ.ά.), αλλά και από διάφορες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και της Αφρικής, ταξίδευε με προορισμό κάποιο λιμάνι της Πελοποννήσου, της δυτικής Ελλάδας ή της Κρήτης, κυρίως κάποιο λιμάνι της νότιας Ιταλίας ή κάποιο της βόρειας Αφρικής. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει και ένα άλλο λιμάνι – προορισμό αφού είναι πιθανό να εκτελούσε εμπορικά ταξίδια ή και μεταφορές επιβατών ή δούλων ανάμεσα σε πολλά λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου όπου μπορεί να μετέφερε, να πουλούσε, να αντάλλασε και να αγόραζε νέα προϊόντα.

Το σίγουρο είναι πως τα εβδομήντα έξι νομίσματα (τριάντα έξι ασημένια και σαράντα χάλκινα) που βρέθηκαν στο βυθό, έως τώρα, προέρχονται από την Πέργαμο, την Έφεσο, την Κνίδο και τη Σικελία (Κατάνη, Πάνορμος). Είναι αρκετά τα νομίσματα αυτά για να μας καθορίσουν ότι τα συνήθη δρομολόγια αυτού του ποντοπόρου πλοίου ήταν από τη Σικελία στα παράλια της Μικράς Ασίας, με ενδιάμεσους σταθμούς, και το αντίθετο; Πιθανόν. Γι αυτό και οι περισσότεροι ερευνητές συνηγορούν στο ότι η ολκάς μετέφερε έργα τέχνης, είδη πολυτελείας και όχι μόνο, από τον ελλαδικό χώρο στην Ιταλία. Εκτελούσε δρομολόγιο με παραγγελίες για στολισμό αρχοντικών πλούσιων Ρωμαίων, ακόμη και του ίδιου του θηρευτή έργων τέχνης Κικέρωνα; Είναι αντικείμενα από λεηλατημένες ελληνικές πόλεις, και μάλιστα των παραλίων της Μ. Ασίας; Είναι λάφυρα που προέρχονται από την κλοπή, μετά την επιδρομή και καταστροφή της Δήλου το 88 π.Χ. ή τη δεύτερη ισοπέδωσή της το 69 π.Χ. ;

Η πολυσυλλεκτικότητα του φορτίου του πλοίου είναι εντυπωσιακή, αν φανταστεί κανείς και τα υπόλοιπα είδη από οργανικά υλικά που θα βρίσκονταν στα αμπάρια του. Τα κεραμικά αντικείμενα, πάντως, που ανελκύστηκαν ήταν πάμπολλα. Ανάμεσά τους σαράντα επτά λάγυνοι, το δημοφιλέστερο αγγείο της ελληνιστικής εποχής – πιθανόν για μεταφορά κρασιού, δεκάδες ερυθροβαφή και μελαμβαφή πινάκια (πιάτα) και κύπελλα, εκατοντάδες άλλα αγγεία στα οποία ανάμεσα είναι δεκάδες μυροδοχεία, οινοχόες και οι πανέμορφες προχοϊσκες με θήλαστρο (για ατομική χρήση πόσης κρασιού;) και δεκάδες οξυπύθμενοι αμφορείς, πιθανόν με κρασί από την Κω, τη Ρόδο και την Έφεσο.

Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, τα αριστουργηματικά αρχαιοελληνικά χάλκινα και μαρμάρινα γλυπτά, τα οποία και αποτελούσαν το κύριο μέρος του φορτίου του πλοίου. Ο υπέροχος, πρωτότυπος, κλασσικός και χάλκινος «Έφηβος» αν και νεαρός άνδρας Περσέας ή Πάρις ή κάποιος άλλος – που ανασυστάθηκε από πολλά κομμάτια (έργο, μάλλον, της πολυκλείτειας σχολής του 340 – 330 π.Χ.). Ο χάλκινος «φιλόσοφος», τα έξι χάλκινα κλασικιστικά αγαλματίδια και τα πάμπολλα μέλη και θραύσματα άλλων χάλκινων, πρωτότυπων αγαλμάτων που πιθανόν τα σώματά τους περιμένουν ακόμα στο βυθό. Χέρια, πόδια, πέλματα, παλάμες, λύρες, ξίφη, λοφία… Τριάντα έξι, επίσης, μαρμάρινα διαβρωμένα αγάλματα και κορμοί θεών, ηρώων, θνητών και αλόγων έχουν ανελκυστεί, όλα φτιαγμένα από παριανό μάρμαρο. Άγνωστος παραμένει ο αριθμός όσων γλυπτών ή μελών και θραυσμάτων παραμένουν στο βυθό.

Το πιο εκπληκτικό όμως, πολύτιμο, σπάνιο, ιδιοφυές και μοναδικό αντικείμενο που μετέφερε το πλοίο ήταν ο αστρολάβος – πλανητάριο, το βοήθημα ναυσιπλοΐας – αστρολογίας και αστρονομίας, ο πολυσύνθετος, αναλογικός, φορητός υπολογιστής ακριβείας με τους οδοντωτούς τροχούς, τις κλίμακες, τους άξονες και τους δείκτες του, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ο πρώτος γνωστός συναρμολογούμενος μηχανισμός στον κόσμο και ο μοναδικός που έχει βρεθεί έως σήμερα, έργο του 2ου αι. π.Χ.. Ως πιθανό προϊόν διαρπαγής αποδεικνύει, εν μέρει, ότι τα πολύτιμα αντικείμενα του φορτίου οδηγούνταν στην Ιταλία, τη νέα πρωτεύουσα του τότε κόσμου, η οποία θα έπρεπε να «μάθει» καταστρέφοντας την προηγούμενη. «Τύχη αγαθή» όμως, παρέμεινε στον τόπο κατασκευής του…

Το μοιραίο πλοίο με το υπέρογκο και πολύτιμο φορτίο του, με τους ναυτικούς και τους ταξιδιώτες του, ναυαγεί ξαφνικά και απότομα, όπως όλα δείχνουν…

Ήταν φθινόπωρο ή χειμώνας; Είχε νυχτώσει ή ήταν βαθειά μεσάνυχτα; Είχε μπει η ολκάς μέσα στη δίνη μιας θύελλας ή έπεσε σε απρόσμενη θαλασσοταραχή με δυσμενείς ανέμους; Προϋπήρξε κάποια απότομη μετατόπιση του βαρύ φορτίου της ή κάποιος κακός χειρισμός ή κάποια λάθος πορεία του κυβερνήτη, ο οποίος μπορεί να πίστευε ότι ταξίδευε ανάμεσα στα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πολλά.

Πρέπει, πάντως να τονιστεί πως τέτοιου είδους ταξίδια κρίνονταν απαγορευτικά για την περίοδο από το Νοέμβριο έως και τον Μάρτιο / Απρίλιο, αν και τέτοιου είδους φορτία, πιθανόν λεηλασίας, δε θα μπορούσαν να περιμένουν μήνες και εποχές. Η συγκομιδή αλλά και η κατανάλωση, όμως, σαλιγκαριών γίνεται, συνήθως, φθινόπωρο και χειμώνα… Ο μεγάλος αριθμός αμφορέων και λάγυνων, προφανώς όλοι γεμάτοι, πιθανόν, φρέσκο οίνο, καταδεικνύει ότι φορτώθηκαν χειμωνιάτικα, εποχή που δοκιμάζονται τα νέα κρασιά… Τα κρανιακά και τα υπόλοιπα οστά των επιβαινόντων της ολκάδος βρέθηκαν ανάμεσα στα αντικείμενα αλλά και τα θραύσματα του σκελετού της, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι μαζί καταποντίστηκαν, απότομα, στο βυθό…

Τίποτε από αυτά δε θα επιβεβαιώσουμε, απόλυτα, αφού όλα τα μυστικά και τις αλήθειες τα πήρε μαζί του, το παλιό σκαρί, που ο Ποσειδώνας για κάποιο λόγο βύθισε, μάλλον με τη σύμπραξη του Αίολου, των Νηρηίδων των κυμάτων και της Νύχτας.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, εκείνο το πλοίο μάς άνοιξε ένα ακόμη παράθυρο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, μας χάρισε ένα μεγάλο κομμάτι ομορφιάς από την αξεπέραστη αρχαία ελληνική τέχνη, έχοντας τον Έφηβο να μας κοιτάζει με τα μελένια μάτια του, και μας προβλημάτισε – και θα εξακολουθεί να το κάνει – με το σπάνιο, μοναδικό, μυστηριώδες και αινιγματικό θραύσμα και θαύμα της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας.

Η ολοκληρωτική ανέλκυση των θραυσμάτων του πλοίου αλλά και των αριστουργημάτων που μετέφερε δεν ολοκληρώθηκε, ακόμη, εδώ και εκατό τόσα χρόνια! Από το 1900 που εντοπίστηκε το ναυάγιο από τους Συμιακούς σπογγαλιείς, από την ανέλπιστη – για τα δεδομένα της εποχής – ανέλκυσής τους, από την ατομική έρευνα του Cousteau το 1959 και την καλοπληρωμένη έρευνά του (150.000.000 δρχ.) το 1976, καμιά συστηματική ανασκαφή ή αποτύπωση δεν έγινε ποτέ. Από αδιαφορία; Από ανικανότητα; Το σημείο του ναυαγίου παραμένει, ακόμη, αχαρτογράφητο, ανεξερεύνητο –τουλάχιστον από ειδικούς – και έρμαιο, εδώ και έναν αιώνα, στους κάθε είδους, ξένους και ντόπιους, τυχοδιώκτες, τρωγλοδύτες και λήσταρχους που αλώνιζαν και αλωνίζουν, κάτω απ’ τη μύτη των αρχών, οι οποίες, με αντάλλαγμα δυο τρία κιλά ψάρια σφυρίζουν αδιάφορα, γυρνώντας το βλέμμα τους αλλού…

Μάνος Ι. Ελευθερίου, elel.manos@gmail.com

Θανάσης Τσαγκρής. Ο Cartier – Bresson της Ελλάδας

Θανάσης Τσαγκρής. Ο Cartier – Bresson της Ελλάδας

κείμενα Άλκης Ξ. Ξανθάκης

Αναδημοσίευση από τον ΦΩΤΟγράφο 175, Ιούλιος, 2008

Ύστερα από 40 χρόνια «υπηρεσίας» στη φωτογραφία, έχω πια πειστεί ότι ορισμένοι (λίγοι) φωτογράφοι διαθέτουν μία έκτη αίσθηση. Θα μπορούσα να το πω και μαντική ικανότητα, αλλά κινδυνεύω να γίνω γραφικός. Σίγουρα όμως αυτή η ικανότητά τους δεν οφείλεται μόνο στη γνώση και την εμπειρία τους. Αναφέρομαι στη δυνατότητα που έχουν κάποιοι «φωτογράφοι δρόμου» να καταγράφουν τη στιγμή της κορύφωσης μιας σκηνής δράσης( φωτο. επάνω: Πελοπόννησος, δεκαετία ‘50).

 

Ολυμπία, δεκαετία ‘50.

Ο Cartier – Bresson την αποκάλεσε “αποφασιστική στιγμή”, οι άλλοι όμοιοί του δεν έδωσαν κάποια ονομασία, απλά τράβηξαν αυτή τη στιγμή. Ο γράφων, σε νεαρή ηλικία, είχε ασχοληθεί με το είδος αυτό της φωτογραφίας, για δύο περίπου χρόνια. Δεν είχε κατορθώσει όμως να πετύχει παρά μόνο μερικές τέτοιου είδους φωτογραφίες, που έχουν μάλιστα δημοσιευτεί στο ΦΩΤΟγράφο. Η διαφορά με τους “μάντεις” του είδους είναι ότι εκείνοι μπορούν να “πιάσουν”, τέτοιες μοναδικές στιγμές, αναρίθμητες φορές.

 

 

Γρεβενά, δεκαετία ‘50. Η φωτ. αυτή έγινε αφίσα της Unicef, για το «Έτος παιδιού» το 1981.

Εκτός βέβαια από τον “γνωστό” Henri Cartier – Bresson, τον ίδιο σεβασμό νοιώθω για τον “γλυκό” Robert Doisneau, τον Elliot Erwitt, τον Eugene Smith, τον Marc Riboud και κάποιους άλλους.
Σε αυτή την “ιδιαίτερη” μικρή ομάδα θα ήθελα να συμπεριλάβω και τον “δικό μας” Θανάση Τσαγκρή. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στο βιβλίο μου Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας, τον έχω αποκαλέσει “Cartier-Bresson της Ελλάδας”.
Ο Θανάσης Τσαγκρής όμως – σε αντίθεση με τον Cartier-Bresson – ελάχιστα ενδιαφέρθηκε να προβάλει τον εαυτό του σε τηλεοπτικά παράθυρα ή με άλλους τρόπους αυτοπροβολής. Παρά την επιμονή μου για την παρουσίασή του στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ακόμα και στη σχολή όπου διδάσκω, ο Τσαγκρής είχε πάντα αρνηθεί ευγενικά.
Γεννήθηκε στο χωριό Κολύρι της Ηλείας, το 1992. Το 1945 ήρθε στην Αθήνα και εργάστηκε στο πρακτορείο των αδελφών Μεγαλοκονόμου, σαν φωτορεπόρτερ. Αργότερα δούλεψε κοντά στον Σπύρο Τρανάκα, στην οδό Κάνιγγος 10. Το 1955 μαζί με άλλους φωτορεπόρτερ ίδρυσε το Πρακτορείο Φωτορεπορτάζ «Hellas Press» Οι φωτογραφίες τους από τότε κυκλοφορούσαν στον ελληνικό και στον διεθνή τύπο.
Το 1958 προσλήφθηκε στη ΔΕΗ, στο φωτογραφικό τμήμα, και εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Γκιζίκη. Μετά την αποχώρηση του τελευταίου έγινε προϊστάμενος για 20 περίπου χρόνια και συνέβαλε στη βελτίωση του φωτογραφικού εργαστηρίου της ΔΕΗ.

Μοναστηράκι, Αθήνα, δεκαετία ‘60.

Τα χρόνια αυτά ταξίδευε σε όλη την Ελλάδα, φωτογραφίζοντας όλα τα υδροηλεκτρικά και θερμοηλεκτρικά εργοστάσια παραγωγής ρεύματος της ΔΕΗ καθώς και άλλες δραστηριότητές της. Δημιούργησε έτσι ένα μεγάλο αρχείο σχετικό με την εξέλιξη της εταιρείας.

Το 1959 έγινε μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας και είχε πολλές επιτυχίες σε εκθέσεις, στη μαυρόασπρη φωτογραφία και ιδιαίτερα στο στιγμιότυπο. Η FIAP ( Διεθνής Ομοσπονδία Φωτογραφικής Τέχνης) του απένειμε τους τίτλους AFIAP ( 1966 ) και EFIAP (1968 ), για το φωτογραφικό έργο του. Το 1961 άρχισε να συμμετέχει σε διεθνείς διαγωνισμούς και η δουλειά του άρχισε να ξεχωρίζει, να βραβεύεται και να αναγνωρίζεται. Φωτογραφίες του έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις μεγάλων ετήσιων λευκωμάτων (Annuals) και έχουν εκδοθεί σε αναγνωρισμένα ξένα έντυπα όπως το Photography of the World, 1969, το Photography Year Book, 1986, U.S. Camera, Time-Life κ.α.

Ομόνοια, δεκαετία ‘50. Η αποκορύφωση της «αποφασιστικής στιγμής»

Συνεργάστηκε σαν ανταποκριτής με διεθνή πρακτορεία, όπως το Keystone ( 1984) και σαν αποκλειστικός ανταποκριτής με το πρακτορείο Gamma (1974). Φωτογραφίες του έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης από την UNICEF, στα πλαίσια της καμπάνιας της για το «Έτος παιδιού» το 1981. Έκανε πέντε ατομικές εκθέσεις: Στην Ε.Φ.Ε. το 1970, στην αίθουσα τέχνης «Παρνασσός» το 1973, στην αίθουσα Κέννεντι της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης το 1980, στο Δημαρχείο Πύργου το 1987 και στο Greek Trade Center της Νέας Υόρκης το 1972, ύστερα από πρόσκληση της ελληνικής ομογένειας.

Φωτογραφίες του έχουν αναρτηθεί σε περισσότερες από 20 διεθνείς φωτογραφικές εκθέσεις. Έχει επίσης βραβευτεί με 150 βραβεία και Grand Prix σε εκθέσεις σε όλο τον κόσμο. Οι φωτογραφίες του κατορθώνουν με έναν μαγικό τρόπο να συγκρατήσουν την στιγμή της κορύφωσης της δράσης.
Για το σύνολο του έργου του απέσπασε δίπλωμα διάκρισης από την Ε.Φ.Ε., το 1989 και το δίπλωμα «Βούλα Παπαϊωάννου», από το Ελληνικό Κέντρο Φωτογραφίας, το 1998. Για τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις στο χώρο της φωτογραφίας, ο Θανάσης Τσαγκρής έχει τις επιφυλάξεις του: «Σήμερα η φωτογραφία έχει πάρει άλλες διαστάσεις, τα κομπιούτερ και τα τεχνικά μέσα που έχει στη διάθεσή του ο φωτογράφος προσθέτουν διαφορετικό ύφος στο αποτέλεσμα. Η τεχνολογία μπορεί να μεταβάλλει ποικιλότροπα το αποτέλεσμα, γεγονός που δεν αντικατοπτρίζει τις δυνατότητες και την αξία του φωτογράφου», είχε πει σε μια παλιότερη συνέντευξή του.
Για τον Τσαγκρή «καλή φωτογραφία» είναι εκείνη που αντέχει στο χρόνο. Αυτή που τη βλέπεις χρόνια και εξακολουθεί να σε γεμίζει. Το πάθος του για τη φωτογραφία διατηρείται ακόμη και σήμερα. Συχνά επισκέπτεται το εργαστήριο που λειτουργεί πια ο γιος του Στέλιος, ο οποίος ακολουθεί το δικό του τρόπο έκφρασης στο χώρο της φωτογραφίας.
Το 2005, ο γράφων με την ιδιότητα του επιμελητού, ανέλαβε τη δημιουργία μιας φωτογραφικής έκθεσης και του αντιστοίχου λευκώματος, που περιελάμβανε πέντε Έλληνες φωτογράφους. Η έκθεση παρουσιάστηκε σε 14 πόλεις της Ελλάδας και σε τρεις στο εξωτερικό, με τον τίτλο “Η άδολη ματιά”. Το κοινό στοιχείο των φωτογράφων αυτών ήταν η “άδολη ματιά” τους με την οποία προσέγγισαν την Ελλάδα της περιόδου 1940-1980. Ήταν μια ματιά χωρίς σκοπιμότητες, χωρίς υστεροβουλία και χωρίς προκαταλήψεις. Ήταν φυσικό ένας από τους φωτογράφους αυτούς,
να είναι ο Θανάσης Τσαγκρής.

κείμενα Άλκης Ξ. Ξανθάκης

Αναδημοσίευση από τον ΦΩΤΟγράφο 175, Ιούλιος, 2008

Συνδεθείτε τώρα και ακούστε ζωντανά το ταξίδι μας στην Ιστορία της Μουσικής, με τη Βασιλική (10:00 – 12:00 – 16:00 – 19:00 – 22:00). Σας καλούμε συνταξιδιώτες μας στο  KL GALLERY WEB RADIO  απολαμβάνοντας πολλή και καλή μουσική. Μουσική που Αγαπήσαμε, Ερωτευτήκαμε, Επαναστατήσαμε, Χορέψαμε στα Πάρτυ, όλο το 24ωρο μαζί σας………….

Η ταξιδιωτική φωτογραφία στην Ελλάδα. Από τις απαρχές της μέχρι σήμερα.

Φωτ.: joly de lotbinière, 1839. Άποψη του Παρθενώνα με το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου ακόμα στο εσωτερικό του. Δημοσιεύθηκε στο πρώτο ταξιδιωτικό λεύκωμα Ταξιδιωτικές Περιηγήσεις, το 1841. Ανάτυπο δαγγεροτυπίας.

Η ταξιδιωτική φωτογραφία στην Ελλάδα. Από τις απαρχές της μέχρι σήμερα.

ΑΛΚΗΣ Ξ. ΞΑΝΘΑΚΗΣ alkisxan@gmail.com

Το ενδιαφέρον του ανθρώπου για να δει και να περιγράψει στους άλλους τις εμπειρίες του από τόπους και περιοχές που επισκεπτόταν, προυπήρχε κατά πολύ της εφεύρεσης της φωτογραφίας. Η καταγραφή αυτών των εμπειριών, του επέτρεπε να τις μοιραστεί και με άλλους. Ένας από τους πιο σημαντικούς πρωτοπόρους περιηγητές ήταν ο Παυσανίας, ο οποίος «περπατώντας» κυριολεκτικά(!) επισκέφθηκε, γύρω στο 160 μ.X., δέκα τουλάχιστον περιοχές της αρχαίας Ελλάδας. Στις διαδρομές του αυτές κατέγραψε σχολαστικά στα βιβλία του ότι σημαντικό συναντούσε στο δρόμο του: κτίσματα, τάφους, μνημεία, ανάκτορα, καθώς και μύθους και δοξασίες που άκουγε από τους κατοίκους που συναντούσε.

Πρώιμη στερεοσκοπική φωτογραφία του Ερεχθείου, γ. 1860

Το 2000 αποφάσισα να παρουσιάσω σε φωτογραφικά λευκώματα τις διαδρομές του Παυσανία, ακολουθώντας τα βήματά του μέσα από τα βιβλία του. Με τη συνεργασία της φιλολόγου Δρ. Μεταξίας Παπαποστόλου και των αρχαιολόγων Δήμητρας Σπυροπούλου και Μαρίας Μουστακάκη ακολουθήσαμε με τα πόδια τις διαδρομές του στη Μεσσηνία, τη Λακωνία, την Αττική κα τη Μάνη, φωτογραφίζοντας ό,τι σώζεται σήμερα από αυτά που περιέγραφε. Έτσι κυκλοφόρησαν τα ταξιδιωτικά λευκώματα «Λακωνίας Περιήγησις» και «Αττικής Περιήγησις» και είναι υπό έκδοση το λεύκωμα «Μάνης Περιήγησις».
Μετά τον Παυσανία ακολούθησαν νεώτεροι περιηγητές, λίγοι σχετικά, κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Οι ταξιδιωτικές περιηγήσεις άρχισαν να αποκτούν ενδιαφέρον στο κοινό, όταν στάθηκε δυνατό να εκτυπώνονται σε μορφή χαρακτικών που συνόδευαν τα κείμενα, ιδιαίτερα μετά τα τέλη του 17ου αιώνα.

Ο περιηγητής φωτογράφος και ο …φορητός εξοπλισμός του, την περίοδο του υγρού κολoδίου και της αλμπουμίνας (1851-1885). Το βάρος ξεπερνούσε τα 50 κιλά!

Μια περιοχή που προκάλεσε τότε το ενδιαφέρον του κοινού ήταν η Εγγύς Ανατολή. Το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για τη μυστηριώδη Ανατολή αυξήθηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, μετά την εκστρατεία του Μ. Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Ο «νόστος της Ανατολής» (orientalism) συγκέντρωσε το ενδιαφέρον συγγραφέων, ζωγράφων και εκδοτών. Άλλωστε από το 1800 είχε αρχίσει να γίνεται της «μόδας» οι περιηγήσεις σε μέρη εξωτικά. Συνήθως ένας έγκριτος συγγραφέας συνοδευόταν από έναν ζωγράφο, ο οποίος κατέγραφε εικαστικά τα πιο ενδιαφέροντα μέρη της διαδρομής τους. Μετά την επιστροφή τους το εγχείρημά τους αυτό εκδίδονταν σε βιβλίο που περιείχε συνήθως και χαρακτικά που είχαν γίνει από τα έργα του ζωγράφου.
Είναι πια γνωστό, ότι αμέσως μετά την επίσημη δημοσιοποίηση της φωτογραφικής μεθόδου του Daguerre, της Δαγγεροτυπίας, τον Αύγουστο του 1839, γεννήθηκε η ταξιδιωτική φωτογραφία. Αποτελεί ουσιαστικά υποκατηγορία της φωτογραφίας η οποία εμπεριέχει την καταγραφή των τοπίων μιας περιοχής, τους ανθρώπους, τα ήθη και τα έθιμά τους, τις συνήθειές και την ιστορία τους.
Η Φωτογραφική Εταιρεία των ΗΠΑ ορίζει την ταξιδιωτική φωτογραφία σαν μια εικόνα που εκφράζει την αίσθηση ενός χρόνου και ενός τόπου, απεικονίζει ένα χώρο, τους ανθρώπους του, την κουλτούρα και τη φυσική κατάσταση χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς.

Φωτ.: Joseph Philibert Giranlt de Prangey Γάλλος περιηγητής. Δαγγεροτυπία του μνημείου του Φιλοπάππου 1842.

Όπως ήδη είναι γνωστό ο γαλλικής καταγωγής και καναδικής υπηκοότητας Pierre Gaspard Joly De Lotbinière ήρθε στην Ευρώπη, απέκτησε μια από τις πρώτες μηχανές του Daguerre και αποφάσισε να κάνει το «Μεγάλο ταξίδι της Ανατολής». Στο Παρίσι συνάντησε τον εκδότη Nöel-Marie Paymal Lerebours, ο οποίος είχε την ιδέα να δημιουργήσει ένα λεύκωμα από τα μέρη που θα επισκέπτονταν οι πρώτοι ταξιδιώτες-φωτογράφοι. Έτσι έπεισε και τον Lotbinière, να εργαστεί γι’ αυτόν.
Ίσως φανεί σήμερα παράδοξο αλλά για το ίδιο ταξίδι και με τον ίδιο εργοδότη ταξίδευαν στην ίδια διαδρομή ο Γάλλος ζωγράφος πολεμικών θεμάτων Horace Vernet και ο συγγραφέας Frédérick Goupil Fesquèt! Οι τελευταίοι δεν φωτογράφησαν κατά τη σύντομη παραμονή τους στην Ελλάδα, αλλά ξεκίνησαν όταν έφθασαν στην Αίγυπτο. Το βιβλίο του Fesquèt έχει τίτλο Voyages d’ Horace Vernet en Orient. Παρέχει μόνο περιγραφές του ταξιδιού τους και γκραβούρες από έργα του Vernet.

Φωτ.: Arnold Genthe. Οι χορευτές Τανάγρα και Βάσος Κανέλλος στο Σούνιο, 1929.

Ο Lotbinière αντίθετα τράβηξε δέκα δαγγεροτυπίες από τις αρχαιότητες της Αθήνας και μια από το λιμάνι της Σύρου.
Τρεις από τις απόψεις των αρχαιοτήτων των Αθηνών δημοσιεύθηκαν υπό μορφή ακουατίντας στο πρώτο εικονογραφημένο ταξιδιωτικό λεύκωμα που εξέδωσε το 1841 ο Lerebours με τίτλο Excursion Daguerriennes, Vues et Monument les plus remarkable du Globe. Το πρώτο λεύκωμα με ταξιδιωτικές φωτογραφίες είχε δημιουργηθεί!
Οι φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν όμως είχαν δεχθεί επεξεργασία με μια μέθοδο παρόμοια με αυτή της χαρακτικής, την ακουατίντα.
Παράλληλα όμως με τη δαγγεροτυπία υπήρχε και μια άλλη φωτογραφική μέθοδος, η Καλοτυπία, η οποία αντί για επαργυρωμένο χαλκό χρησιμοποιούσε χάρτινο αρνητικό και θετικό. Το γεγονός αυτό επέτρεπε την επικόλληση των πρωτότυπων φωτογραφιών στις σελίδες ενός λευκώματος. Περιηγητές που χρησιμοποίησαν αυτή την μέθοδο στην Ελλάδα ήταν ο Rev. George Bridges και ο Eugène Piot το 1848, οι οποίοι και δημιούργησαν αντίστοιχα λευκώματα με πρωτότυπες φωτογραφίες τους.

Φωτ.: Auguste Léon. Αυτοχρωμική γυάλινη διαφάνεια από την αγορά της Κέρκυρας το 1912.

Ο Γάλλος Maxime du Camp (1822-1894) ήταν ο πρώτος που θα εκδώσει τις καλοτυπίες του από τη Μέση Ανατολή, το 1851. Το λεύκωμά του με τίτλο Αίγυπτος, Νουβία, Παλαιστίνη και Συρία, περιλαμβάνει 125 φωτογραφίες από τους αρχαιολογικούς χώρους των περιοχών αυτών.
Το 1851 ανακαλύφθηκε η μέθοδος του υγρού κολοδίου, που χρησιμοποιούσε το γυάλινο αρνητικό με επίστρωση κολοδίου και χάρτινο θετικό αλμπουμίνας. Παρά τις μεγάλες τεχνικές δυσκολίες που είχε, πρόσφερε εξαιρετική ποιότητα γι’ αυτό και παρέμεινε δημοφιλές μέχρι το 1880.

 

Φωτ.: Κώστας Μπαλάφας. Ψάρεμα το χάραμα στη λίμνη Ιωαννίνων, 1962

Οι φωτογράφοι της ταξιδιωτικής φωτογραφίας έπρεπε να εκτυπώσουν «στο χέρι» τις φωτογραφίες, μία κάθε φορά από το γυάλινο αρνητικό τους, κάτι που ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο και κοστοβόρο. Γι’ αυτό και πολλά από τα πρώιμα αυτά λευκώματα, κυκλοφορούσαν σε τεύχη που είχαν επικολλημένες πρωτότυπες φωτογραφικές αλμπουμίνες.
Από την περίοδο αυτή κι έπειτα είναι σχεδόν αδύνατο ν’ απαριθμήσει κανείς τους φωτογράφους που ασχολήθηκαν με την ταξιδιωτική φωτογραφία. Ανάμεσά τους όμως ξεχωρίζουν οι Άγγλοι τοπιογράφοι της Βικτωριανής εποχής όπως ο Francis Bedford, ο James Robertson, o Francis Frith, o Roger Fenton κ.α.

 

Φωτ.: Làszlό Moholy-Nagy, Ακρόπολη. Από ένα σχεδόν άγνωστο ταξίδι του που πραγματοποίησε στην Ελλάδα, το 1933.

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ταξιδιωτικής φωτογραφίας είχε και η ανακάλυψη της στερεοσκοπικής φωτογραφίας, το 1848 από τον Sir John Brewster, η οποία παρουσιάστηκε επίσημα το 1851 στην Παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου.
Η αληθοφάνεια που δημιουργούσε η στερεοσκοπική όραση, οδήγησε φωτογράφους αλλά και μεγάλες εταιρείες που δημιουργήθηκαν (πχ. Keystone) να φωτογραφίζουν στερεοσκοπικά σε όλα τα μέρη της γης, γνωστά και άγνωστα.
Ο ιστορικός της φωτογραφίας Helmut Gernshein απεκάλεσε τις στερεοσκοπικές φωτογραφίες σαν την «τηλεόραση της Βικτωριανής Αγγλίας». Η στερεοσκοπική φωτογραφία επεβίωσε μέχρι τις μέρες μας με τους κυκλικούς δίσκους και το στερεοσκόπιο της View Master.
Ο γραφών, σε παιδική ηλικία κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1950, απέκτησε ένα τέτοιο στερεοσκόπιο σαν χριστουγεννιάτικο δώρο. Μεταξύ των δίσκων ήταν και απόψεις από διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης…
Το 1884 και συγκεκριμένα στις 4 Μαρτίου 1880 η εφημερίδα New York Daily Graphic δημοσίευσε μια φωτογραφία, η οποία μετά από ειδική επεξεργασία εκτυπώθηκε στο συγκεκριμένο φύλλο της. Επρόκειτο για τη μέθοδο της φωτοτσιγκογραφίας και του ράστερ, που επέτρεπε την εκτύπωση φωτογραφιών σε έντυπα και βιβλία. Αποτέλεσε μια από τις πιο επαναστατικές ανακαλύψεις, στην οποία όμως δεν έχει δοθεί η δέουσα σημασία που της ανήκει. Οι φωτογραφίες τώρα μπορούσαν να εκτυπωθούν σε μεγάλες ποσότητες στα έντυπα και τα βιβλία και να γίνουν έτσι προσιτές σε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα. Το φωτογραφικό λεύκωμα, το εικονογραφημένο βιβλίο με φωτογραφίες και το φωτορεπορτάζ ήταν τρεις τομείς οι οποίοι άμεσα επηρεάστηκαν από τη νέα αυτή επαναστατική τεχνική.
Η περίοδος 1880-1900 είναι ιδιαίτερα σημαντική για την προώθηση της φωτογραφίας γενικά, αλλά και της ταξιδιωτικής φωτογραφίας ειδικότερα. Κύριο χαρακτηριστικό αποτελεί
η απλοποίηση της τεχνικής της που είχε σαν συνέπεια την «λαϊκοποίηση» της τέχνης αυτής και την παρουσία των πρώτων ερασιτεχνών φωτογράφων.  Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε  η παρουσία του George Eastman που δημιούργησε την εταιρεία Kodak και κατόρθωσε να απλοποιήσει τη φωτογραφική τεχνική και να την κάνει προσιτή στο ευρύ κοινό. Σημαντικότατο ρόλο στην εξάπλωση της ταξιδιωτικής φωτογραφίες είχε το περιοδικό της National Geographic Society το οποίο στις αρχές του 20ου αιώνα έστελνε τους φωτογράφους του σε μέρη άγνωστα και εξωτικά.

 

Φωτ.: Πέτρος Μπρούσαλης, Μαυρολίμνη Ηραίου, 1959

Το μεγάλο όνειρο όλων των φωτογράφων, από την πρώτη μέρα της εφεύρεσης της φωτογραφίας ήταν να μπορούν να καταγράψουν το είδωλο έγχρωμο.
Πολλές ήταν οι προσπάθειες που έγιναν γι’ αυτό κατά το 19ο αιώνα, αλλά ήταν όλες τους εξαιρετικά πολύπλοκες.
Το 1907 όμως οι αδελφοί Lumière εφεύραν μια επαναστατική μέθοδο, την Αυτοχρωμία, η οποία (αφού ουσιαστικά ήταν βασικά ασπρόμαυρη!) δημιουργούσε πολύ καλής έγχρωμες διαφάνειες πάνω σε γυάλινες πλάκες, οι οποίες μετά τη λήψη εμφανίζονταν στα κλασικά χημικά της ασπρόμαυρης φωτογραφίας! Οι έγχρωμες αυτές διαφάνειες ήταν λογικό να χρησιμοποιηθούν κυρίως για τη φωτογράφιση τοπίων. Η πιο μεγαλεπίβολη χρήση τους έγινε όμως από το Γάλλο τραπεζίτη Albert Kahn ο οποίος αποφάσισε το 1909 να δημιουργήσει ένα τεράστιο αρχείο με αυτοχρωμικές πλάκες, από όλα τα σημαντικά τοπία, μνημεία και φυλές του πλανήτη το οποίο ονόμασε «Αρχείο του Πλανήτη»! Για περισσότερα από 22 χρόνια, αξιόλογοι φωτογράφοι τους οποίους πλήρωνε ο ίδιος, ταξίδευαν σε όλο τον κόσμο για να καταγράψουν τα φυσικά τοπία, τα ανθρώπινα δημιουργήματα και τις διάφορες φυλές των ανθρώπων πάνω στη Γη. Η Αυτοχρωμία διατηρήθηκε μέχρι το 1936, οπότε κυκλοφόρησαν τα πρώτα αντιστρεπτά (slides) φιλμ 35mm, το Kodachrome και το Agfachrome.
Κατά την τελευταία δεκαετία του Μεσοπολέμου (1930-1940) γνωστοί ξένοι φωτογράφοι επισκέφθηκαν την Ελλάδα για να φωτογραφήσουν τα τοπία και τους αρχαιολογικούς της χώρους. Επρόκειτο για μια νέα αισθητική προσέγγιση, ιδιαίτερα των αρχαίων μνημείων και των τοπίων της. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς εξέδωσαν φωτογραφικά λευκώματα με το έργο τους, το οποίο εκφράζεται μέσα από ένα ευρύ φάσμα αισθητικών τάσεων, όπως ο σουρεαλισμός, η μεταφυσική φωτογραφία.
Αξίζει ν’ αναφερθούν ο Antoine Bon, o Arnold Genthe, o Walther Hege, o Horst P. Horst, η Florence Henri, ο Hans Holdt, o George Hoyningen-Huere, ο Herbert List, o Eli Latour, ο Làszlό Moholy-Nagy κ.α.
Η έγχρωμη φωτογραφία, που ουσιαστικά καθιερώθηκε τη δεκαετία του ’60 έδωσε νέα ώθηση και νέα κίνητρα στην ταξιδιωτική φωτογραφία, αφού συμμετείχαν πια ενεργά και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι. Οι μεγάλες βελτιώσεις στην εκτύπωση σχετικών ταξιδιωτικών λευκωμάτων με το σύστημα offset, αύξησαν το ενδιαφέρον του κοινού για τέτοιου είδους βιβλία και λευκώματα.
Οι ραγδαίες εξελίξεις στην ψηφιακή φωτογραφία και το internet, που παρέχουν άμεση και δωρεάν προσέγγιση κάθε σημείου του πλανήτη, δεν κατόρθωσαν μέχρι σήμερα να ξεπεράσουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για τα έντυπα ταξιδιωτικά λευκώματα, γεγονός που υποδηλώνει το σταθερό ενδιαφέρον που υπάρχει ακόμα και για την ταξιδιωτική φωτογραφία και την έντυπή  παρουσίασή της.

ΑΛΚΗΣ Ξ. ΞΑΝΘΑΚΗΣ alkisxan@gmail.com

Αναδημοσίευση από το Μονοθεματικό τεύχος Νο 6. «Ταξιδιωτική φωτογραφία»