Το αρχείο της Γαλλικής εταιρείας μεταλλείων Λαυρίου

Το αρχείο της Γαλλικής εταιρείας μεταλλείων Λαυρίου

Της Αθανασίας Μαρκουλή

Φωτογραφία Βασίλης Λάππας

Η Γαλλική Εταιρεία βρίσκεται στο Λαύριο· το εργοστάσιο της εξάλλου οδήγησε στη δημιουργία της πόλης του Λαυρίου. Γύρω στα 1860, ένας ορυκτολόγος, ο Ανδρέας Κορδέλλας, στέλνεται από το ελληνικό κράτος στην περιοχή της Λαυ­ ρεωτικής για να εξετάσει κάποιες σκωρίες που υπήρχαν από την εποχή της αρ­χαιότητας, και να αποφανθεί για την αξιοποίηση τους. Τα αποτελέσματα της έ­ρευνας του ήταν ότι όντως η εκμετάλλευση για το ελληνικό κράτος ήταν πολύ κερδοφόρα. Το 1863 φτάνει στο ΛαύρΙο ο Ιωάννης Σερπιέρης ως εκπρόσωπος γαλλικών κεφαλαίων και προσπαθεί να εγκαταστήσει εργοστάσιο μεταλλουρ­γίας στη περιοχή. Ζήτησε τα εδάφη από το ελληνικό κράτος, το ελληνικό κρά­τος καθυστερούσε και ο Ιω. Σερπιέρης βρήκε έναν άλλο τρόπο για να τα απόκτήσει:  αγόρασε κάποια εδάφη από την κοινότητα Κερατέας και από τη μονή Πεντέλης. Το 1864 ιδρύεται το πρώτο μεταλλουργικό εργοστάσιο με την επω­νυμία Ιλαρίων Roux και Σία. Από τη στιγμή της ίδρυσης της μεταλλευτικής αυ­ τής εταιρείας δημιουργούνται πάρα πολλά προβλήματα με το ελληνικό δημό­σιο. Η σύγκρουση κράτησε 9 περίπου χρόνια, και τελικά η εταιρεία Ιλ. Roux διασπάται σε δύο επιμέρους εταιρείες. Το 1873-74 δημιουργείται η ελληνική Εταιρία Μεταλλείων Λαυρίου και η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρείου (ΓΕΜΛ) το 1876, που την ίδρυσε ο ίδιος ο Ιωάννης Σερπιέρη. Αυτή είναι η προϊστορία της Γαλλικής Εταιρείας (ΓΕΜΛ). Εκείνη ακριβώς την εποχή αρχίζει να συγκροτείται το Λαύριο ως βιομηχανική πόλη. Το 1876, που είναι και το έτος ίδρυσης της εταιρείας, προτείνεται ήδη η κατασκευή δρό­μων, σιδηρόδρομου στο Λαύριο, ιδιαίτερων κατοικιών για τους ανώτερους υ­παλλήλους αλλά και κάποιων κατοικιών για τους εργάτες. Οι προσπάθειες για τη διάσωση του αρχείου της επιχείρησης ξεκίνησαν πολύ πρόσφατα, από τον Μάρτιο του 1995 κάπως τυχαία, αν και το αρχείο ήταν γνωστό στους πρώην εργαζομένους της εταιρείας. Το 1995 έρχονται άνθρωποι του ΕΜΠ στη ΓΕΜΛ που αρχίζουν έρευνες και μελέτες πάνω στα κτίρια της εταιρείας. Μέσα στους  χώρους του εργοστασίου, βλέπουν υλικό σε διάφορους χώρους, ισόγεια, υπό­ γεια, γραφεία, ντουλάπες. Το υλικό δεν ήταν συγκεντρωμένο σε ένα ή δύο ση­μεία, αλλά διάσπαρτο. Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού ήταν σε άθλια κατά­σταση, μέσα σε υπόγεια, σε ντουλάπες στο ύπαιθρο. Έγινε φανερό ότι δεν μπορούσε να αναβάλλεται η διάσωση του αρχείου. Έπρεπε να ξεκινήσουν ενέργειες για τη συγκέντρωση του σε κάποιο σημείο. Ξε­ κινήσαμε, ζητώντας τη βοήθεια των πρώην εργαζομένων κάποιοι από αυτούς εργάζονταν ήδη ως φύλακες στον χώρο της ΓΕΜΛ που είχε μετονομαστεί σε Τεχνολογικό-Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, και γνώριζαν πολλά σημεία στα ο­ ποία υπήρχαν τμήματα του αρχείου που δεν μπορούσαμε να βρούμε. Οι άνθρω­ποι αυτοί, επειδή κατά καιρούς είχαν γίνει μάρτυρες λεηλασίας, αρχικά δεν μπορούσαν να εμπιστευθούν τους ανθρώπους του ΕΜΠ που ζητούσαν τη βοή­ θεια τους. Έπρεπε να περάσουμε από κάποιο μεταβατικό στάδιο, να δημιουρ­γηθεί κάποια εμπιστοσύνη μεταξύ μας, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Τον Μάρτιο του 1995 συστάθηκε μια ομάδα εργασίας για τη διάσωση του αρχείου η οποία εκτός από τους πρώην εργαζομένους περιέλαβε προπτυχια­κούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, ερευνητές του Πολυτεχνείου και εργάστηκε με την καθοδήγηση καθηγητών του ΕΜΠ. Έγινε κάποιο πρόγραμμα εργασίας και εξασφαλίστηκε ένας χώρος, μέσα στις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος, για να στεγάσουμε το υλικό. Ως καταλληλότερος χώρος κρίθηκε ένα μέρος του μηχανουργείου. Έγιναν κάποιες επισκευές στο κτίριο, χωρίσαμε τους χώρους όπου ήταν το υλικό σε λιγότερο και περισσότερο επικίνδυνους και ξεκινήσαμε τη μεταφορά από τους πιο επικίνδυνους. Στο μηχανουργείο κάναμε μια πρώτη καταγραφή του υλικού που ερχόταν και το τοποθετούσαμε σε ντέξιον. Η αρχική πρόθεση ήταν να διασώσουμε το αρχείο και να το βάλουμε σε ράφια. Κατά την τοποθέτηση στα ράφια επιχειρή­σαμε να δημιουργήσουμε κάποιες ενότητες, όσο διακρίνονταν, και έπειτα προ­ χωρούσαμε σε καταγραφή, σημειώνοντας πάντα τον τόπο προέλευσης. Τα ρά­φια είχαν αριθμηθεί. Μεγάλο μέρος του υλικού το βρήκαμε ομαδοποιημένο, σε σειρές από ντοσιέ δεμένα με σπάγγο. Διατηρήσαμε τις ενοποιήσεις αυτές. Οι γνώσεις μας ήταν ελάχιστες κι έτσι ορίσαμε απλώς μια πτέρυγα που ονο­μάσαμε «πτέρυγα αταξινόμητων ντοσιέ» όπου έμπαιναν όσα δε μπορούσαμε να εντάξουμε αλλού. Για αρκετά πράγματα μας βοήθησαν οι πρώην εργαζόμενοι, λογιστές, μηχανικοί, εργάτες και με τη βοήθεια τους τοποθετούσαμε υλικό. Όλες αυτές οι ενέργειες, που έγιναν από τον Μάρτιο ως τον Ιούνιο του 1995, ή­ταν στην πραγματικότητα σωστικές. Τελειώνοντας είχαμε ωστόσο μια εικόνα  για τη δομή και τις παραγωγικές μονάδες της εταιρείας, καθώς και υλικό για την πυραμίδα των ανώτερων στελεχών της. Το αρχείο μας τώρα διαθέτει 665 δερματόδετους και πανόδετους τόμους κα­θολικών και ημερολογίων, από το 1876 ως το 1950, 282 τόμους αλληλογρα­φίας, από τις τρεις διευθύνσεις, στην Αθήνα, το Λαύριο και το Παρίσι, 20 βι­βλία κινήσεως πλοίων, 52 κινήσεως υλικών, από 1920 ως 1960, και 135 βιβλία από 1960 ως 1980, και 714 φακέλους  παραστατικών, τιμολογίων κ.λπ. της πε­ριόδου μέχρι το 1981. Επίσης βρέθηκαν πολλά βιβλία που αναφέρονται σε εται­ρείες θυγατρικές της Γαλλικής, όπως οι εταιρείες στη Σίφνο, στη Μήλο, στην Αντίπαρο. Το μεγαλύτερο μέρος των λογιστικών βιβλίων έχει βρεθεί, όπως και των βιβλίων των σχετικών με το προσωπικό. Το υλικό μεταφέρθηκε από 8 σημεία, δεν έχει όμως συγκεντρωθεί ολόκληρο. Υπάρχει ακόμη ένα τμήμα στον χώρο του φαρμακείου. Αυτό είναι ταξινομημέ­νο σε ξύλινες βιβλιοθήκες, σε καλή κατάσταση, κι έτσι δεν επείγει η μεταφορά του. Υπάρχουν πολλά σχέδια, τοπογραφικά, αρχιτεκτονικά και κατασκευαστι­κά, περίπου 3.000 πινακίδες, που μεταφέρθηκαν πρόσφατα στο μηχανουργείο. Σώζεται επίσης όλο το αρχείο της ΕΜΜΕΛ (1981-1989), διαδόχου της ΓΕΜΛ στην εκμετάλλευση, που θα περιέλθει στα χέρια μας μόλις τελειώσει η εκκαθάριση. Μετά τις σωστικές ενέργειες, εκκρεμεί η σωστή αρχειοθέτηση, που χρειάζε­ται ανθρώπους από διάφορες κατευθύνσεις. Εμείς θα ζητούσαμε στην εργασία αυτή και τη βοήθεια και των ανθρώπων που εργάστηκαν στο εργοστάσιο.

 

Λαύριο – Λαυρεωτική: Ο θησαυρός της γης

LAYRIO_VASSILIS_LAPPAS_006

Λαύριο – Λαυρεωτική: Ο θησαυρός της γης

Κείμενο: Κώστας Χριστοφιλόπουλος

Φωτογραφία Βασίλης Λάππας

 

Ο διερχόμενος ταξιδιώτης από τη σημερινή πόλη του Λαυρίου, είτε πηγαίνοντας προς Σούνιο, είτε προς Μεσόγεια, είτε επειδή θα μεταβεί σε κάποιο προορισμό μέσω λιμανιού, ελάχιστα υποπτεύεται τον πλούτο και την ιστορία που κρύβει αυτός ο τόπος, και την αδιάκοπη εξέλιξή του από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Η ζωή και η ιστορία της περιοχής στην αρχαιότητα, ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την πορεία της Αθήνας, αφού η περιοχή ανήκε στη χώρα της μοναδικής πόλης-κράτους της Αττικής.

 

 

Βασικό χαρακτηριστικό της περιοχής, είναι η γεωλογική δομή του υπεδάφους της το οποίο είναι εξαιρετικά πλούσιο σε πολλών ειδών μεταλλεύματα και ορυκτά.

Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, η μεταλλευτική εκμετάλλευση της Λαυρεωτικής άρχισε τουλάχιστον το 3000 π.Χ. Όλοι οι μεγάλοι πολιτισμοί του προϊστορικού Αιγαίου φαίνεται ότι προμηθεύονταν από εδώ τις αναγκαίες ποσότητες αργύρου, μολύβδου και χαλκού. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα μεταλλεία του Λαυρίου, άρχισαν να αποτελούν αποφασιστικό και αναντικατάστατο ρυθμιστή της εξέλιξης της Αθηναϊκής πολιτείας, από τον 6ο αιώνα π.Χ. αιώνα. Από τις αρχές ήδη του αιώνα αυτού, η Αθήνα, χρησιμοποιώντας τον άργυρο της Λαυρεωτικής, άρχισε να κόβει το δικό της νόμισμα, τις περίφημες «αθηναϊκές γλαύκες», με την κεφαλή της Αθηνάς από τη μια όψη και την γλαύκα από την άλλη, που πολύ σύντομα κυριάρχησαν στις συναλλαγές για μακρό χρονικό διάστημα, σε όλο το χώρο της Μεσογείου.

Με τα έσοδα από τα μεταλλεία της Μαρώνειας, της σημερινής Καμάριζας, ναυπηγήθηκε ο στόλος που καταναυμάχησε τους Πέρσες το 480 π.Χ. , ενώ η πραγματοποίηση των οικοδομικών προγραμμάτων του χρυσού αιώνα οφείλεται εν πολλοίς στις προσόδους από τη Λαυρεωτική γη. Σταθμό στη λειτουργία των μεταλλείων αποτελεί το 413 π.Χ. όταν μετά τον πόλεμο στη Δεκέλεια οι δούλοι που εργάζονταν στο Λαύριο εξεγέρθηκαν κατά των Αθηναίων και κατέφυγαν στους αντιπάλους.

Το κυριότερο οικιστικό κέντρο της Λαυρεωτικής κατά την Προϊστορική περίοδο ήταν ο Θορικός, στον δίκορφο λόφο που σήμερα ονομάζεται Βελατούρι. Εδώ βρίσκεται και το ομώνυμο αρχαίο θέατρο, του οποίου το μέγεθος και οι πολλές χιλιάδες χωρητικότητά του, προβληματίζει τους σύγχρονους ερευνητές, οι οποίοι υποθέτουν ότι εκτός από τους λιγοστούς μόνιμους πολίτες Αθηναίους, ιδιοκτήτες των μεταλλείων, τις παραστάσεις παρακολουθούσαν και δούλοι, εργάτες στα ορυχεία.

Οι ακτές της Λαυρεωτικής παρουσιάζουν πλούσιο διαμελισμό με πολλούς όρμους, κυριότεροι από τους οποίους είναι οι: Ράφτης, Δασκαλειό, Θορικού, Λαυρίου, Λεγρενών και Αναβύσσου. Νοτιότερο άκρο είναι το Ακρωτήριο Σούνιο, όπου βρίσκονται τα ερείπια του περίφημου ναού του Ποσειδώνος, ένα από τα λαμπρότερα οικοδομήματα της κλασικής αρχαιότητας.

Η ιστορία του νεότερου Λαυρίου αρχίζει από τη στιγμή που την περιοχή επισκέπτεται ο Ανδρέας Κορδέλλας, γεωλόγος-μηχανικός από τη Σμύρνη, σπουδαγμένος στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Φράιμπεργκ της Γερμανίας.

Ο Κορδέλλας χτενίζει τη Λαυρεωτική γη από άκρη σε άκρη και το έμπειρο μάτι του διακρίνει μονομιάς το θησαυρό που κρύβεται εκεί. Στη λεπτομερή αναφορά του προς το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών σημειώνει ότι οι σωροί των σκουριών, του άχρηστου δηλαδή μεταλλεύματος που απέμενε μετά την καμίνευση του χρήσιμου μεταλλεύματος κατά την αρχαιότητα, έφθαναν το 1.500.000 τόνους και είχαν 10 % περιεκτικότητα ακόμη σε μολύβι, μπορούσαν δηλαδή να δώσουν 50 γρ. άργυρο ανά τόνο, Παράλληλα, ένα άλλο πεταμένο υλικό, οι εκβολάδες, τα χονδρά φτωχά μεταλλεύματα που οι αρχαίοι είχαν ξεδιαλέξει με τα χέρια ως άχρηστα, μαζί με τους πλυνίτες, το τριμμένο φτωχό μετάλλευμα, έφθαναν αντίστοιχα τους 1.000.000 τόνους και 9.000.000 τόνους με 6,75% περιεκτικότητα σε μόλυβδο και μπορούσαν να δώσουν 140 γρ. άργυρο ανά τόνο.
Η μελέτη αυτή του Ανδρέα Κορδέλα, κίνησε το ενδιαφέρον του Ιταλού Ι. Σερπιέρι, ο οποίος σε συνεργασία με τους Γάλλους Ρου και Φραισινέ, άρχισε η εκμετάλευση το 1864.
Η εταιρεία Roux-Serpieri-Fressynet C.E., δεν περιορίζεται μόνο στην εκμετάλλευση των σκωριών, προχωρεί και στην εξόρυξη υπόγειου μεταλλεύματος σε έκταση παραχωρημένη από το ελληνικό δημόσιο, που συνολικά φθάνει τα 15.000 στρέμματα και επιπλέον προσπαθεί να οικειοποιηθεί τις σκουριές της Κοινότητας Κερατέας και της Μονής Πεντέλης αλλά και τις εκβολάδες.

Αυτό την φέρνει αντιμέτωπη με το ελληνικό κράτος με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το περίφημο «Λαυρεωτικό Ζήτημα» που πήρε τεράστιες διαστάσεις και έφθασε στο σημείο να απειλείται η Ελλάδα με βομβαρδισμό από γαλλικά πλοία. Τελικά το ζήτημα λύθηκε με συμβιβασμό: Η εταιρεία Roux-Serpieri-Fressynet αγοράσθηκε από τον Ανδρέα Συγγρό αντί 11.500.000 χρυσών φράγκων για την επεξεργασία των σκωριών και των εκβολάδων και μετονομάσθηκε σε Εταιρεία των Μεταλλουργείων Λαυρίου (Ελληνική) και ο Σερπίερι ίδρυσε το 1875 την Companie Francaise de Mines du Laurium (Γαλλική) στη θέση Κυπριανός με αντικείμενο την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου.

Οι δύο εταιρείες, παρόλο που ιδρύθηκαν την ίδια εποχή, δεν είχαν την ίδια πορεία: Το 1917 η Ελληνική Εταιρεία, όταν εξαντλείται το προς εκμετάλλευση υλικό, σταματά τις εργασίες της και το 1930 εκποιεί (πουλά) τις εγκαταστάσεις της. Αντίθετα, η Γαλλική εταιρεία λειτουργεί μέχρι το 1982, οπότε και νοικιάζει τις εγκαταστάσεις της στην Ελληνική Μεταλλουργική Εταιρία, η οποία θα κλείσει και αυτή οριστικά το 1989.
Το νεότερο Λαύριο, σήμερα, 130 χρόνια μετά τη γέννησή του, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα κτήρια και το μηχανολογικό εξοπλισμό των εργοστασίων που σημάδεψαν την ιστορία του. Ολόκληρη η πόλη μοιάζει με ένα ανοικτό μουσείο βιομηχανίας, που σπάνια κανείς συναντά όμοιό του σε όλη την Ευρώπη.

 

Οι εγκαταστάσεις που κτίσθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της μεταλλουργίας, τα μεταλλοπλύσια (πλυντήρια), οι φούρνοι, οι επιπλεύσεις, οι ενεργειακοίσταθμοί, τα χημεία, τα μηχανουργεία, οι αποθήκες υλικών, τα ορυχεία, τα πηγάδια, ο σιδηρόδρομος και οι λιμενικές κατασκευές παρουσιάζουν ένα πανόραμα της βιομηχανικής εξέλιξης στην Ελλάδα. Παράλληλα, τα λίγα κτήρια που απέμειναν από την Ελληνική Εταιρεία και τα 39 συνολικά κτήρια της Γαλλικής Εταιρείας που διατηρούνται σχεδόν άθικτα στην περιοχή του Κυπριανού, εκεί όπου σήμερα είναι το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, μας δίνουν μια εικόνα της εξέλιξης της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα .
Τα περισσότερα κτήρια σχεδιάστηκαν από Γάλλους μηχανικούς στον τύπο των μεγάλων στεγασμένων βιομηχανικών χώρων που κατασκευάζονταν στα τέλη του 19ου αιώνα και σε άλλες βιομηχανικές πόλεις της Ελλάδας, όπως στον Πειραιά, την Πάτρα και την Ερμούπολη της Σύρου. Κεραμοσκέπαστες αίθουσες, κτισμένες η μια δίπλα στην άλλη, έχουν στη πρόσοψη τόξα από λευκό μάρμαρο και κόκκινο τούβλο και στρογγυλούς φεγγίτες, τα «μάτια του βοδιού», όπως λέγονται χαρακτηριστικά. Και από μέσα, αντί για τοίχους, υποστυλώματα από χυτοσίδηρο που διπλασίαζαν ή και τριπλασίαζαν το χώρο.